• Αρχική
  • Blog
  • Το ερείπιο ως μνημείο – Τρείς Αξιακές Θεωρήσεις

Το ερείπιο ως μνημείο – Τρείς Αξιακές Θεωρήσεις

 Βασίλης Γκανιάτσας

Θεωρώ σημαντικό να τονιστεί η λειτουργία των ερειπίων ως ζωντανών μαρτύρων παρά απλά ως κείμενη μαρτυρία. Τα ερείπια ως χτισμένες μαρτυρίες απαντούν μόνο σε συγκεκριμένα ερωτήματα και αποδεικνύουν ήδη συγκροτημένες υποθέσεις εργασίας για την ιστορική τους αξία ως τεκμήρια. Αντίθετα, τα ερείπια ως ζωντανοί φορείς της μαρτυρίας μπορούν να απαντούν σε πολλαπλάσια ερωτήματα ανάλογα αυτά που τους θέτει κάθε εποχή. Τα μυστικά τους μπορούν να φανερωθούν μόνο μετά από κατάλληλα ερωτήματα που μπορεί να διαμορφώσει η εποχή μας και κυρίως οι μελλοντικές εποχές. Αυτός είναι ο λόγος που η διατήρηση ακόμα και των ερειπίων μπορεί να είναι πολύτιμη πηγή της παραδοσιακής γνώσης. Στα εργαστήρια πέτρας, είδαμε ότι οι σημερινοί μάστορες βλέπουν σ’ αυτά τα ερείπια τα κρυμμένα μυστικά της τέχνης, αναγνωρίζουν την μαστορική ευφυία και μπορούν ακόμα και να φανταστούν την επινοητικότητα του παλιού μάστορα που κάποτε τα έχτισε ως απάντηση σε προβλήματα που δημιουργήθηκαν κατά την κατασκευή. (ΕΙΚΟΝΕΣ 1, 2)

Προτείνω να δούμε τα ερείπια με τρείς βασικούς τρόπους.

Ο πρώτος τρόπος αφορά στην διανοητική τους αξία και μπορούμε να τον αποκαλέσουμε ‘κλασικό’. Σε αυτή τη θεώρηση, βλέπουμε τα ερείπια ως μέλη ενός οργανικού όλου, ως μέλη που φέρουν μέσα τους όλη την κατασκευή από την οποία κατάγονται εξ αιτίας του γεγονότος ότι έχουν κατασκευαστεί σε αρμογή με τα άλλα μέλη της κατασκευής και αρμονία με την συνολική κατασκευή ως ενότητα και ολότητα. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση βλέπουμε ακόμα και τα ερείπια ως μάρτυρες της ανθρώπινης δημιουργίας πάνω στη φύση. Τα ερείπια, ως άχρονα απομεινάρια, στατικά θραύσματα, ως ιδανικά μνημεία της ανθρώπινης δημιουργίας και γι’ αυτό ικανά να μας μεταφέρουν στο όλον στο οποίο εξακολουθούν να ανήκουν, αν και έχει καταλυθεί η φυσική και υλική συνέχεια με αυτό. Τα ερείπια είναι υλική μαρτυρία και μάρτυρες, όχι μόνο της ιστορικής και καλλιτεχνικής τους αξίας, αλλά και των άϋλων αξιών στις οποίες παραπέμπουν. Το ‘κλασικό’ ερείπιο κατά την ερμηνεία του βρίσκεται σε ολοκληρωμένη κατάσταση και διατηρεί την πολιτισμική του σημασία παρά την κατάρρευση του συνολικού κτίσματος γιατί διατηρεί την ανθρώπινη βούληση για τον θρίαμβο του ανθρώπινου πνεύματος πάνω στη φύση. (ΕΙΚΟΝΕΣ 3,4)

Ο δεύτερος τρόπος θεώρησης των ερειπίων αφορά στην υπαρξιακή τους αξία και μπορούμε να τον αποκαλέσουμε ‘ρομαντικό’. Σε αυτή τη θεώρηση βλέπουμε τα ερείπια ως μαρτυρία ενός όλου που δεν θα έρθει ποτέ. Βλέπουμε τα ερείπια ως αποσπάσματα και σπαράγματα που δηλώνουν ότι δεν πρόκειται να ολοκληρωθούν ποτέ, λειτουργώντας όχι ως φορείς του μνημείου, αλλά ως μνημεία καθαυτά που φέρουν την συμβολική αξία της τραγικότητας της ανθρώπινης μοίρας, της θνητότητας. Μέσα από αυτή τη θεώρηση βλέπουμε στα ερείπια το τελικό θρίαμβο της φύσης και τα ερείπια να οδεύουν αναπόδραστα στην πλήρη διάλυσή τους από τις δυνάμεις της φύσης. Ο Simmel έλεγε το 1911 ‘Στο ερείπιο αισθανόμαστε ένα ανθρώπινο έργο ως προϊόν της φύσης, μια ήπια γοητεία της φθοράς’. Αυτή η γοητεία της κατάπτωσης και της φθοράς, δεν είναι κάποιο αυτάρεσκο αρνητικό συναίσθημα, αλλά η συνειδητοποίηση της μετάβασης του κτιρίου από τον θρίαμβο του ανθρώπινου πνεύματος πάνω στη φύση της πέτρας, στην κυριαρχία των δυνάμεων της φύσης που δεν έχει στόχο να καταστρέψει, αλλά δημιουργεί μορφές με διαφορετικό τρόπο από αυτόν των ανθρώπων. Η φύση μορφοποιεί το ερείπιο με τις ίδιες ακριβώς δυνάμεις που δημιουργεί βουνά, τα ποτάμια, αλλά και την ίδια την πέτρα ως οικοδομικό υλικό των ανθρώπινων κατασκευών. Σε αντίθεση όμως προς την ανθρώπινη βούληση για επιβολή του πνεύματος και όρθωση των κατασκευών του, σε στατική και αισθητική ισορροπία, η φύση ακολουθεί μια άλλη μέθοδο δημιουργίας δυναμικών μορφών σε διαρκή ανάπτυξη και όχι τη στατική ενότητα της μορφής ενός κτιρίου. Η ρομαντική θεώρηση αφορά ακριβώς στην αναγνώριση των δυνάμεων της φύσης ως αντίπαλου δέους στο ανθρώπινο πνεύμα. (ΕΙΚΟΝΕΣ 5,6)

Ένας τρίτος τρόπος θεώρησης των ερειπίων αφορά στην αισθητική τους αξία και μπορούμε να τον αποκαλέσουμε ‘γραφικό’ (picturesque). Σε αυτή τη θεώρηση βλέπουμε τα ερείπια, όχι ως οντότητες σε διαδικασία ολοκλήρωσης ή διάλυσης, αλλά ως σταθερές και αναλλοίωτες εικόνες, παράξενες και αφύσικες εικόνες, αφού είναι στατικές, που ικανοποιούν το βλέμμα μας γιατί προκαλούν με την παρουσία τους ενδιαφέρουσες αντιθέσεις. Κάπως έτσι λειτουργούν τα αισθητικά ερείπια και όταν δεν υπάρχουν αυθεντικά ερείπια το ρόλος τους παίρνουν τεχνητά ερείπια που καλούνται να παίξουν τον ίδιο σκηνογραφικό ρόλο. Για τη θεώρηση αυτή μπορούμε να πούμε ότι νομιμοποιούμαστε πλήρως ακόμα και να κατασκευάζουμε ερείπια, με την ειρωνεία να είναι αποδεκτή ως τρόπος να πετύχουμε την επιζητούμενη γραφικότητα. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους τρόπους θεώρησης, τον κλασικό και τον ρομαντικό, που τιμούν τα ερείπια ως οντότητες, αν και με διαφορετικό σκοπό, θεωρώ τον γραφικό τρόπο θεώρησης ως εκφυλισμό της σημασίας του ερειπίου, ως σκηνογραφικό τέχνασμα και ως παρωδία γιατί ακριβώς ακυρώνει την ζωντανή παρουσία και ενέργεια του ερειπίου ως μνημείου.

Αν εξαιρέσουμε τα τεχνητά ερείπια, που δεν είναι ερείπια κάποιας κατασκευής, αλλά καθαυτά μορφή κατασκευής μου μοιάζει ερειπωμένη, όλα τα ερείπια ανεξάρτητα από το είδος μνημείου και την εποχή απ’ όπου προέρχονται μπορούν να θεωρηθούν και με τους τρείς τρόπους και μένει να αποφασίσουμε εμείς πως θα τα θεωρήσουμε, πως δηλαδή θα τους επιτρέψουμε να λειτουργήσουν στο σημερινό πλαίσιο ζωής.

Προτιμώ, και προτείνω, να θεωρήσουμε τα ερείπια να λειτουργούν και με τους δύο τρόπους θεώρησης, τον ‘κλασικό’ αλλά και τον ‘ρομαντικό’. Με τον ‘κλασικό’ τρόπο θεώρησης, τείνω να αξιοποιήσω το ερείπιο συμπληρώνοντάς το κάθε φορά που το προσλαμβάνω αναδεικνύοντας έτσι τη δυναμική της πολιτισμικής του σημασίας ως ανοιχτού συμβόλου που μπορεί να παρακολουθήσει την πολιτισμική εξέλιξη από τη σταθερή του θέση. Κατ ουσία, έτσι ακριβώς λειτουργούν και οι ολοκληρωμένες κατασκευές του παρελθόντος, τα μνημεία που διατηρούνται στην ολοκληρωμένη τους μορφή, γιατί παρά την φυσική τους αρτιμέλεια, λειτουργούν κι αυτά ως ερείπια, δηλαδή ως ελλειμματικά μνημεία που χρήζουν συμπλήρωσης από την σημερινή, για κάθε φάση της ζωής τους, αξιοποίηση, αλλά πλήρη στον τρόπο που παρουσιάζουν το παρελθόν. (ΕΙΚ. 7)

Αντίστοιχα, με τον ‘ρομαντικό’ τρόπο θεώρησης τείνω να αξιοποιήσω την αντίσταση του ερειπίου σε οποιαδήποτε ολοκλήρωση, ακόμα και αν αυτή η ολοκλήρωση προσπαθεί να το επαναφέρει ώστε να αναβιώσει σε κάποια στιγμή της πρότερης ζωής του. Η αντίσταση του ερειπίου αφορά ακριβώς σ αυτή την αυθαίρετη επαναφορά του σε πρότερη χρονική στιγμή που ακυρώνει την ακόλουθη εξέλιξή του αφού το παγώνει σε μια αυθαίρετα επιλεγμένη στιγμή από την οποία καλείται να ξαναρχίσει τη ζωή του. Το ερείπιο αντιστέκεται γιατί ήδη εμπεριέχει την ολοκλήρωσή του ακόμα και αν και αυτή δεν είναι εμφανής στη φυσική του παρουσία. Φαίνεται ως ερείπιο σε μας, αλλά από τη δική του οπτική, το ερείπιο έχει ολοκληρώσει μια φάση του βίου του. (ΕΙΚ. 8)

Και στις δύο αναγνώσεις και αξιακές θεωρήσεις του ερειπίου που αποκαλέσαμε ‘κλασική’ και ‘ρομαντική’, όπως αυτές συλλειτουργούν στον ερμηνευτικό μας ορίζοντα ως έκφραση της αιώνιας διαπάλης ανθρώπινης βούλησης και φυσικών δυνάμεων, θεωρώ δεδομένη την ζωντανή ενέργεια του ερειπίου. Αυτή η ενέργεια είναι αποτυπωμένη στα σώματα των ερειπίων, μπορεί να αποκαλυφθεί με ερμηνείες και πολιτισμικές σημασιοδοτήσεις, και εκλύεται στις πολύπλευρες δράσεις των Ανθέων της Πέτρας.

(Εικόνες από τη γειτονιά των Αγίων Αποστόλων Λαγκαδίων – Φωτογραφίες: Β. Γκανιάτσας)

About the Author

Βασίλης Γκανιάτσας

Βασίλης Γκανιάτσας

Αρχιτέκτων, Καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, Συντονιστής του Επιστημονικού Συμβουλίου των Ανθέων

Άνθη της Πέτρας

newlogo23Μη κερδοσκοπικό Σωματείο
«Φίλοι Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής -
ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ»
Διεύθυνση:
28ης Οκτωβρίου 55
Νέα Πεντέλη Τ.Κ. 15236

 

Ακολούθησέ μας

Facebook
Twitter
YouTube
Googleplus

 

Newsletter