Τι τα θες

Απόσπασμα από το βιβλίο ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΣΚΑΛΩΣΙΑΣ

Τι τα θες

Απόσπασμα από το βιβλίο του λογοτέχνη Θ. Τρουπή «ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΣΚΑΛΩΣΙΑΣ»

…Τι τα θες …είναι μεγάλο τούραγνο η δουλειά του χτίστη. Τον αγουρογερνάει και τον στέλνει στον τάφο παράωρα.

Και, να ειπείς, μια ημέρα είναι? Θα περάσει? Είναι χρόνια καιρός, βλέπεις, που λασποκοιλιόμαστε για την πεντάρα…. Για το ψωμί των παιδιώνε, για το τσαρούχι, για τη ντυμασιά, για το νάχτι και τη προίκα της τσιούπας, για το φουστάνι της κυράς, για το προσφάι και την αρτυμή, για το κερί της εκκλησιάς….. Ούλοι από τούτα δυό χέρια καρτερούνε. Όσο κρατούνε, ούλα καλά. Μα σαν ξεπέσουν…. κλάφτα, Χαράλαμπε…

Ζα κι ανθρώποι, αποκαμωμένοι πάσα μέρα, στερνά από το κόψιμο του πασαμακιού και το σήκωμα του αγκωναριού, ξεπέφτουν σαν ψωφίμια σε μαλακοτοπιά, για να ξαποστάσει μια σταλιά το κόκκαλο.

Στερνά τα παιδιά πηγαίνουν για το ξέβγαλμα των ζώνε, κι όσοι απομένουν, δίνουνε, ούλοι αντάμα, ένα τάγιο, για να βρέξουνε τη λάσπη για την άλλη μέρα.

Παλιά μας τέχνη? Κόσκινο!...

Από το βράδυ τα παιδιά να φορτώσουνε τη σκαλωσιά πέτρα, οι μαστόροι να βγούνε στο καφενέ για κάνα ρακί και για καινούργια δουλειά, οι τριότες να συμμαζέψουν τα εργαλεία και να τοιμάσουν, ανωρούλια, σιδώνοντας, τα στρωσίδια…

Το προσαμπούκι λιγοστό, η δουλειά τις πλιότερες βολές μισοτιμής και κουβαλητή. Ξενοψώμι σωστό! Και τι να κάμεις?! Κάμε κι αλλιώς. Ούλα τα μπουλούκια έτσι δερνόμαστε, χρόνια καιρό τώρα…

Από τη φαμελιά, πίσω, να σου γράψουν και να σου φέρνουνε, οι περαστικοί μαστόροι, δυστυχές με μισόλογα. Ένα ν’ ακούς κι εκατό να νιώθεις… Είναι για το διάβολο πεσκέσι τούτη η σκυλοζωή μας… Και τι να ειπείς και τι να κάμεις!...

Τη δύναμη για σπουδή δεν την είχαμε μήδε θα την έχουμε ποτές. Οχι γιατί δεν μας κόβει το νιονιό… Αλλά… Τούτο το « Αλλά» είναι το γαμώτο. Και για τούτο το «αλλά» θα ψοφήσουμε, καταπώς ψοφήσανε κι οι γονοί μας, στ’ αχούρια, στα ξωκλήσια και στις στράτες, σαν τα σκυλιά. Δίχως γιατρό, δίχως Θεού, δίχως ανθρώπου μάτι.

Εδώ   ω   ω!...Θα την παλέψουμε τη ζωή σαν το Δυσσέα. Θα λιώσουμε πάνω στη δουλειά φτιάχνοντας τα τρόχαλα παλάτια, ίσαμε που να μας παιδέψει του χάρου το φτερό.

Α α α…, μα την αλήθεια!...Θα κάτσουμε να βάλουμε σεκλέτι του ντουνιά το βιός? Δε πάν’ να ψωφήσουνε με τα λεφτά τους, ρε… Τάχουνε και πίνουνε το ζουμί τους!...Ισια που τα αχνίζουνται!...

Τα λεφτά, ας λένε πως κάτι είναι. Τίποτα δεν είναι. Το παλάτι της ψευτιάς και της ατιμίας και της κακίας είναι. Είναι κείνο το παλάτι, που όσο ψηλά χτίζεις, τόσο κοντό σου φαίνεται και τόσο απλόχωρα καλοδέχεται τις στρίγκλες αφέντρες σου.

Εγώ, τι να σου ειπώ!… Σαν πάω του παιδιού μου μια καραμέλα, το βλέπεις και φτεροκοπάει σαν το στρουθί από τη χαρά του. Βλέπω και τα παιδιά κεινώνε με τους πολλούς παράδες και τα λυπάμαι , που δε χορταίνει το μάτι τους με τίποτα. Τα βλέπεις μες τα καλούδια, μες στα παστρικά κι είναι λες και ταγίζεις, ακρίδες. Κίτρινα φλουριά! Που τα παιδιά τα δικά μας!...Και που κείνα!...Άλλα πάλαι, από το πολύ τάϊσμα, γινόντε σα μουστιές!

Εμείς ανατραφήκαμε με μπομπότινο ψωμί. Τα μάγουλά μας ήσαν… Η μάνα μας θέριζε μπροστά και μείς απόκοντα κωλοσούρνοντας την ακλοθουθάγαμε, με γιομάτα τα πισινά μας αφαλαρίδες και τριβόλια και της γυρεύαμε ψωμί!...Ψωμί , μωρέ! Να χορτάσουμε ψωμί γυρεύαμε και τίποτ’ άλλο!...

Τέχνη, σου λέει, κι η δική μας!...

Από την καλύβα στ’ αρχοντικό. Από την ξώμαντρα στην ξερολιθιά. Από το μέντζερο αφεντικό, στο σπαγγοραμένο. Από τη μιξάρα κυρά , στην άπλυτη. Το μεροδούλι?   Λειψό. Ο ύπνος? Λιγοστός και βασανισμένος. Τι φαϊ? Με γκρίνια κι απόλιγο κι κείνο. Και μ’ούλα τούτα, δε βαρυκαρδίσαμε ποτές. Σε ποιόν να κάνουμε παράπονα? Ο Θεός είναι ψηλά και δεν παραπροσέχει τέτοια ψιλοπράματα. Δόξες νάχει. Μη βαραίνει η καρδιά μας για δαύτονε και μας παραϊδεί και κακιώσει. Φτάνει που μας έπλασε αλάκερους και γερούς.  

Ανατρέφουμε παιδιά. Φτιάνουμε προίκες. Δίνουμε νάχτια μ’ ένα σφυρί κι ένα μυστρί.

Δουλειά δίχως κερεστέδες και καπιτάλια. Δουλειά με καπιτάλι και κερεστέ την υγειά μας, το κορμί μας, τη ζωή μας.

Φεύγουμε ξεσπέρνοντας και ματαρχόμαστε τη Λαμπρή με πρησμένο κόρφο!...

Έχουμε και μεις την ταχτική μας. Που να μην την είχαμε. Στο χρόνο τρία ταξίδια: Το Μαγιάτικο, τα’ Αυγουστιάτικο και το Χειμωνιάτικο η ξενοψώμισμα, όπως το λέμε. Στο Χειμωνιάτικο ταξίδι ό,τι κάνει ο πολύς καιρός. Ο παράς λίγος, η μέρα μικρή. Όσο να ιδείς, τον χάνεις. Ο χειμώνας δεν είναι για την τέχνη. Ο χειμώνας είναι για χουζούρι, τσουκαλόκαφτα και παραγώνι!...Μα θες να φάς!...

Ο μακαρίτης ο πατέρας μου έλεγε:

Κάλιο νάν’ ζεστό το νύχι

Πέρι λίρα και μια πήχη.

Μα τάλεγε τώρα στα στερνά του. Τώρα που πασχίζαμε εμείς τα παιδιά του και είχε ασεκλέτιστο το κολοκύθι του.

Να σου ειπώ και τ’ άλλο? Εκεινού δεν του κάηκε ποτές καρφί για μας. Έναν παρά δεν έδωκε , ποτέ , για την προκοπή μας. Ό,τι μας παρασπίστηκε η δόλια η μάνα μας. Μας γέλαγε, θυμάμαι, τον καιρό εκείνονε, με δέκα αραποσιτόσπυρα βρασμένα και μας έστελνε στο σκολειό.

Η ποδεμή μας ήτανε το τσαρούχι, το γουρνοτσάρουχο. Σαν πατάγαμε στα εννιά, μας κόβανε από το σκολειό και μας παίρνανε οι γονιοί και οι συγγενείς κοντά στην τέχνη. Κι όντας, καμιά βολά, κάναμε σαν παιδιά… Φράπ ! με το γαϊδουροσάνιδο στο σβέρκο… και στο βουνό με τα ζα!...

Αποβραδίς ξέβγαλμα. Την αυγή, αχάραγο, στο νταμάρι… Φόρτωμα και στη δουλειά. Και τι!... Νάναι χειμώνας! Νάναι παγωνιές από κείνες που μας παγώνανε και μας κρουσταλλιάζανε την ανάσα στο μουστακότοπο απάνω. Λες και βρίσκεσαι ολοζώντανος στη κόλαση. Λες κι Θεούλης μου έφτιασε τους χτίστες για τους κολασμένους και την αναπαή, το καλοζώϊσμα και την τεμπελιά για τους καλογέρους.

Τώρα ήθελα νάζηγε ο μακαρίτης ο πατέρας μου. Να ιδεί τα’ γγονάκια του. Είναι πέντε του Θεού, στην αράδα και δε γυρεύουνε ό,τι εμείς μια βολά κι έναν καιρό. ...Θέλουνε τα δικά τους. Ακώ που μελετάνε κάτι λιχουδιές που εγώ ούτε στο κοιμήσι μου δεν τις ονειρεύτηκα. Καλόμαθε ο κόσμος. Να φάνε μπομπότα τα ‘γγονάκια μου!? Να τα μαχαιρώσεις! Να τα κρεμάσεις! Δεν τη βάνουνε μήτε για δοκιμή στο στόμα τους. Ούτε αγνάντια δε θέλουνε να την ιδούνε! Εγώ την αναζητάου πότε-πότε. Είμαι αναθρεμμένος με δαύτη, βλέπεις, την έχω στο αίμα μου. Σαν τη θυμηθώ και την πεθυμήσω , βάνω τη γριά μου και μου ψαίνει κάνα πέταλλο στη θράκα. Κάνω να τα φιλέψω… Πού ου!...Τη μασάνε και τη φτιούνε σιαπέρα. Την πήρανε με φόβο από το τραγούδι κι από τ’όνομα. «Χάσικο» σου γυρεύει και το θέλει και της ώρας! Ζωή νάχουνε, και κείνα κι ο πατέρας τους, τα καλόχω. Δεν τα’ αποπαίρνω. Κακοτυχιάσαμε εμείς και δε ζήσαμε μήτε μια ημέρα ολάκερη σαν παιδιά. Φτάνει ως εδώ! Αρκεί!...  

Εκείνη η δική μας , εποχή να μη ματαγυρίσει.

Το τρανό λασποκύλι, οι θύμησες από τη φαμελιά πίσω, το ζαλίκι με τα’ αγκωνάρια και τα παραγκώνια , το πηλοφόρι, η ξενιτειά και το κακοτύχιασμα, μας γιομίζανε πίκρα, που ξέσπαγε σ’ αμολόγητα καλαμπούρια και φκιάκες, στη μαστορική γλώσσα, που να σας τα μολογάω.

Λέγαμε το κάθε τι στην αλφαδιά του, δίχως να μας παίρνει χαρμπό κανένας άλλος, εξόν από το σειρολόϊ μας.

Πόσα δε φκιάναμε για να γελάμε! Για να γελάμε!...Να ξεσκάμε! Να λησμονάμε.

Όρκους, ακούς, φκιάκες, γκάφες, αλλουνώνε και δικές μας. Τις μολογάμε στην ώρα τους. Σκεδιάζουμε ό,τι μπορεί να σκεδιάσει μυαλό μάστορη, που θα’ χει σκοπό το γέλιο και την ξενοιασιά.

Για νάχει γούστο το πιοτό και να μη βαρυγκομάει και τ’ αφεντικό , η παραγγελιά του γίνεται με χίλια δυό μαστορικά σχέδια , τις πλειότερες βολές.

Κάθε φορά που το παιδί, ο τριότης, θα κεφαλιώσει τους μαστόρους με ζιόμπολα και λάσπη, γίνεται κι από μια ορκισιά. Έτσι:

Ανεβαίνει ο τριότης, ο κεφαλιωτής, απάνου στον τοίχο που χτίζεται και λέει τούτον τον όρκο:

« Σας τάζω πως θ’ ακώ στις προσταγές των μαστόρωνε και του λιθαρά τα θελήματα. Τα ζα θα τάχω σαν αδέρφια μου και θα τα φροντίζω σαν τα μάτια μου. Θα πασχίζω να φορτώνονται ούλα ανάλογα με τη δύναμή τους. Δε θα μαρτυρήσω ούτε μια λέξη από τη γλώσσα μας. Σαν τρανήσω και γενώ μάστορης πρώτα, στ’ αγνάρια του πρωτομάστορη θα πατήσω».

Ώσπου ν’ αποσώσει τα λόγια τούτα το παιδί , οι μαστόροι κρατούνε σταυρωμένα τα σφυρόμυστρα κι ένας μάστορης έχει σκεπασμένο το κεφάλι του κεφαλιωτή με την ποδιά, με σκοπό να δώκουνε ζωή στο μυστήριο, τάχα!...

Στερνά από τον όρκο, το ξέρει η κυρά και καταφτάνει με μεζέ και κρασί, για να πιούνε μαστόροι και παιδιά και να ευχηθούνε τον άξιο τριότη, τον αυριανό άξιο και προκομμένο μάστορη.

Ο ορκισμένος χαιρετάει πρώτος.

-Στις προσταγές σας! Λέει στους μαστόρους. Και κείνοι του απολογιούνται:

- Σιδηροκέφαλος! Ατσαλόμπρατσος!...

Τ’ άλλα παιδιά βλέπουν, με θαυμασμό, μες τα μάτια, το νέο μάστορη.

Ταχτικά και πυκνά-συχνά οι τριότες κεφαλιώνουν με ζιόμπολα και λάσπη τους μαστόρους, κι αφού γενούν πρώτα τα πρεπούμενα, καταφτάνει η κυρά με το κέρασμα πρώτη και παραπίσω-αν έχει- η θυγατέρα της κρατώντας το σαγάνι με κάνα ψωμωμένο μεζεδόπουλο.

Οι κυράδες έτσι, δε βαρυκαρδίζουν ποτές, όσο ανάποδες και νάναι, γιατί ξέρουν πως σε κάθε όρκο, σε κάθε κέρασμα, θ’ ακούσουν κάτι ντις νέο, που θάναι για γέλιο και θα τις κάνει να γελάσουν από καρδιά.

Αν τύχει και οι τσιούπες τ’ αφεντικού το λένε ψίχα στο παρουσιαστικό , τότε θάχουμε πλειότερους όρκους.

Σε κάθε όρκο και κάθε μικροπάψη της δουλειάς, με τη προσταγή του πρωτομάστορη:

-          ‘Ωπα χάϊ!...

-          Αρχίζει σαν πρώτα η δουλειά με την ξενοιασιά και τα καλαμπούρια της.

-          Οι μαστόροι όπως θάναι στη σκαλωσιά ζευγάρια, θα λένε κάτι από τα περασμένα, κάτι από τα τωρινά, κάτι από τα μελούμενα…

                                                                                     Συνεχίζεται….

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

 

Α

Αγνάντια: απέναντι

Αγνάρι το, αχνάρι, ίχνος 

Αγκωνάρι το: μεγάλη πέτρα πελεκημένη, παραλληλόγραμμη, που μπαίνει συνήθως στις γωνίες των οικοδομών

Αγουρογερνάω   γερνώ νωρίτερα από το συνηθισμένο

Ακώ   ακούω

Αλάκερος ο, ολόκληρος

Αλουνώνε   άλλων

Αλφαδειά η, αλφαδιάζω: χρησιμοποιώ το αλφάδι, υπολογίζω, μετρώ με ακρίβεια. φέρνω στο ίδιο οριζόντιο ή κάθετο επίπεδο όλα τα σημεία ή τα τμήματα μιας επιφάνειας ή ελέγχω με το αλφάδι την κατακόρυφη ή οριζόντια θέση μιας επιφάνειας, ΜΕΤΑΦΟΡ.   Με ακρίβεια, στη σωστή θέση , χρόνο

Αναθρεμένος ο, μεγαλωμένος από κάποιον

Αναπαή η, ανάπαυση

Ανωρούλια  ενωρίς, εγκαίρως

Απόκοντα από κοντά, όπισθεν , πλησίον

Απόλιγο το, λιγοστό

Αρτυμή η: μη νηστίσιμο φαγητό

Ασεκλέτιστος ο, αστεναχώρητος

Ατσαλόμπρατσος ο, με ατσαλένια ( δυνατά, γερά) μπράτσα, χέρια

Αφαλαρίδα η, είδος αγκαθωτού χόρτου

Αχάραγο πριν την ανατολή του ήλιου, πριν τη χαραυγή

Αχούρι το: σταύλος, στεγασμένος και αποθηκευτικός χώρος, στο σπίτι ή κοντά, δίπλα σε αυτό. Εκεί έμεναν οικόσιτα ζώα ή αποθήκευαν διάφορα.

 

Β

Βαρυγκομάω   δυσανασχετώ

Βαρυκαρδίζω δυσανασχετώ, στεναχωριέμαι

Βιός το, (κινητή ή ακίνητη) περιουσία, ο πλούτος· τα αγαθά.

Βολά η, φορά

 

Γ

Γενώ θα, ( μέλ. του γίνομαι): θα γίνω

Γκάφα η, άστοχη, αδέξια, άκαιρη πράξη ή ενέργεια που γίνεται από άγνοια ή από επιπολαιότητα και έχει συνήθως δυσάρεστες συνέπειες.

Γονοί οι, γονείς

Γουρνοτσάρουχο το, τσαρούχι από δέρμα γουρουνιού

 

Δ

Δαύτη η, αυτή εδώ

Δυσσέα  Οδυσσέα

Δυστυχές οι, δυστυχίες

 

Ε

Εξόν   εκτός

 

Ζ

Ζα  τα, ζώα

Ζαλίκι   το, φόρτωμα στη πλάτη για μεταφορά

Ζιόμπολα τα, μικρά λιθάρια (μικρές πέτρες) που μπαίνουν μαζί με λάσπη ανάμεσα στις μεγάλες πέτρες της τοιχοποιϊας

Ζώνε των,   ζώων

 

Κ

Κακοτύχιασμα το, κακή τύχη

Καλαμπούρια τα, αστεία

Καλούδια τα, διάφορα είδη (τρόφιμα, ρούχα, παιγνίδια, κλπ)

Καλόχω, συμπεριφέρομαι με καλοσύνη, προσέχω, φροντίζω, περιποιούμαι

Κάνα   κάποιο, κανένα

Καπιτάλι το: κεφάλαιο, συγκεντρωμένο ποσό χρημάτων, χρήματα, λεφτά στη διάθεση κάποιου.

Καρτερώ, καρτερούνε   περιμένω, περιμένουνε

Κασμάς ο: σκαπτικό εργαλείο, είδος στενής αξίνας.

Κεινώνε   εκείνων

Κερεστές ο, υλικό κατασκευής οικοδομής αλλά και οποιουδήποτε πράγματος

Κεσάτι το: αναδουλειά, έλλειψη εμπορικής οικονομικής κίνησης, οι χαμηλές εισπράξεις που οφείλονται σε μειωμένη κίνηση της αγοράς

Κεφαλιώνω 1. Προκόβω, προοδεύω   2. Ανταποκρίνομαι στις απαιτήσεις μιας κατάστασης πχ άξιο ματορόπουλο…3.πεισμώνω, θυμώνω

Κεφαλιωτής ο, άξιο μαστορόπουλο

Κόρφος ο, η αγκαλιά, το στήθος

Κωλοσούρνοντας σύρσιμο με τα οπίσθια, με τον «πισινό»

 

Λ

Λασποκύλι το,…. όταν κυλιέσαι μέσα στις λάσπες

Λειψό το, μειωμένο, μικρό

Λιθαράς ο, ο τροφοδότης του συνεργείου κτιστών με πέτρες

 

Μ

Μαγιάτικο το, του Μαϊου

Μαλακοτοπιά η, τόπος μαλακός, έδαφος χωρίς πέτρες

Ματάρχομαι ξανάρχομαι, επανέρχομαι

Ματαγυρίζω, επιστρέφω, ξαναγυρίζω

Μέντζερο το, ιδιότροπο

Μεροδούλι το, μεροκάματο

Μήδε   ούτε

Μήτε ούτε

Μικροπάψη η, μικρή παύση, διάλειμμα

Μολογάω   διηγούμαι

Μπομπότα η, ψωμί από καλαμπόκι

Μπομπότινο το, από καλαμπόκι, καλαμποκίσιο

Μπουλούκι   το, συνεργείο μαστόρων (κτιστάδων), κουμπανία

Μουστιά η, 1. ασκί, τουλούμι μούστου 2. Κοιλαράς, παχύς

Μουστακόπτοπος ο, η περιοχή ανάμεσα στο άνω χείλος και τη μύτη, που βρίσκεται το μουστάκι

Μυστρί το, εργαλείο του χτίστη

 

Ν

Νάζηγε   να ζούσε

Νάχτι το, προίκα σε ακίνητα και χρήματα

Νιονιό το, μυαλό

Ντις   τις( κάτι τις…)

Ντουνιάς   ο,   ο κόσμος, το σύνολο των ανθρώπων  

Ντυμασιά η, ενδυμασία, φορεσιά

 

Ξ

Ξενοψώμισμα το, παροχή τροφής από ξένους

Ξεπέφτω   γερνώ, φθείρομαι, είμαι λιγότερο ενεργός

Ξεσπέρνω   τελειώνω, ολοκληρώνω τη σπορά

Ξώμαντρα η, μάντρα έξω ( περίφραξη κτισμένη με πέτρα, τοιχοποιϊα)

 

Ο

Ούλα όλα

Ούλοι οι, όλοι

Ορκισιά η, όρκος

 

Π

Πάλαι   πάλι

Παράς ο, χρήματα, αμοιβή

Παραγκώνια τα, ημικατεργασμένα αγκωνάρια

Παραγώνι το, μέρος κοντά (δίπλα) στο τζάκι

Παρασπίζω, παρασπίστηκε   υπερασπίζω, υπερασπίστηκε

Πασαμάκι το, λωρίδα τοιχοποιίας που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην προηγούμενη θέση της σκαλωσιάς και τη νέα της θέση

Παστρικά τα, καθαρά

Πέρι   παρά

Πεσκέσι το, δώρο, χάρισμα, φιλοδώρημα

Πηλοφόρι το: δοχείο με το οποίο μεταφέρεται λάσπη για το χτίσιμο, ξύλινη επίπεδη σανίδα με χερούλι, πάνω στην οποία τοποθετείται και μεταφέρεται λάσπη για οικοδομικές εργασίες.

Πλειότερος ο, περισσότερος

Προσαμπούκι   (προσμπούκι) το, πρόχειρο πρόγευμα, μικρό κολατσιό

Ποδεμή η, υπόδηση, παπούτσια

Προσφάι το & προσφάγι το: πρόχειρο, λιτό φαγητό, συνήθ. ελιές, τυρί, κρεμμύδι, ντομάτα, ψωμί κτλ..

 

Σ

Σαγάνι το, παραδοσιακό χάλκινο οικιακό σκεύος. 

Σειρολόι το,   ομάδα, παρέα από άτομα με κοινά χαρακτηριστικά επαγγέλματος κλπ

Σεκλέτι το, στεναχώρια

Σιαπέρα ίσια πέρα

Σιδώνω   σουρουπώνω, νυχτώνω

Σκεδιάζω   σχεδιάζω

Σκολειό το, σχολείο

Σπαγγοραμένος ο, τσιγγούνης

Στερνά   ύστερα, κατόπιν, μετά

Στρουθί το, σπουργίτι ( στροθόμορφα πτηνά :σπουργίτι, το χελιδόνι, την καρδερίνα, το αηδόνι, τον κόρακα κ.ά.)

Στρωσίδια  τα, ρούχα ( κουβέρτες, μπαντανίες κλπ) που στρώνανε για τον ύπνο

Σφυρόμυστρα τα, σφυριά και μυστριά, γενικά τα εργαλεία του χτίστη

 

Τ

Τάγιο δυνατή προσπάθεια…

Ταγίζω   ταϊζω

Τούραγνο το, τυρρανία

Τρανήσω θα, ( μέλ. Του ρήμ. τραναίνω), μεγαλώνω

Τριβόλι το, σκουπιδάκι, μικρό ξένο σώμα, σαρίδι

Τρόχαλα τα ακανόνιστες πέτρες

Τσαρούχι το: παπούτσι με σόλα από ακατέργαστο δέρμα, που το συγκρατούσαν με σκοινιά και που το φορούσαν οι άντρες των ορεινών περιοχών·

Τσουκαλόκαυτο το, βρασμένο κρασί με ζάχαρη που θεωρείται φάρμακο για το κρυολόγημα

Τριότης  ο, βαθμός χτίστη ανάμεσα στο μαστορόπουλο και τον μάστορη, δηλ. μισομαθημένος κτίστης, λασπιτζής, με αμοιβή του τα τρία τέταρτα του μαστορικού μεροκάματου  

Τσιούπα η, θυγατέρα, κόρη

 

Φ

Φκιάκες   οι, φάρσες, πλάκες

Φτιώ ( φτιούνε-πληθ.) φτύνω ( φτύνουνε)

Φουστάνι το, φόρεμα

 

Χ

Χαρμπό το, χαμπάρι, είδηση

Χάσικο το,   εκλεκτό, καθαρό, αγνό

Χουζούρι το, ξεκούραση, χαλάρωμα, γαλήνη , ησυχία, άνεση

 

Ψ

Ψίχα  λίγο

Ψωφίμια τα, ψόφια ζώα

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

 

Θ. ΤΡΟΥΠΗΣ

Γεννήθηκε στο χωριό Σέρβου της Αρκαδίας στα 1932 και άφησε την τελευταία του πνοή στην Κ. Αχαΐα το 2008. Τέλειωσε το Δημοτικό Σχολείο στο χωριό του κα συνέχισε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Γυμνάσιο-Λύκειο Λαγκαδίων και ολοκλήρωσε τις σπουδές του αποφοιτώντας από την Παιδαγωγική Ακαδημία Τριπόλεως. 

Ο Θεόδωρος Τρουπής έχει ασχοληθεί με όλα σχεδόν τα είδη του έντεχνου γραπτού λόγου όπως πεζογραφία, ποίηση, δοκίμιο, θέατρο, λαογραφία, κτλ.. Τα λαογραφικά και τα δοκίμιά του ανέδειξαν τις λογοτεχνικές του αρετές, ενώ γενικότερα θεωρείται σημαντικός διηγηματογράφος.

Μέσω του λογοτεχνικού του έργου αποθησαύρισε την ντοπιολαλιά της Γορτυνίας, καθώς και τους μύθους, τις παραδόσεις, τα τοπωνύμια, την τοπογραφία της περιοχής κ.ά.. Έχοντας ισχυρές επιρροές από τον τόπο του (Σέρβου και Λαγκάδια) αποτύπωσε ανάγλυφα την κοινωνική ανθρωπολογία των μπουλουκιών των μαστόρων της πέτρας στο βιβλίο του «ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΣΚΑΛΩΣΙΑΣ».

Το 1959 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών και από τη Γλωσσική Εταιρεία για τις λαογραφικές του εργασίες-συλλογές.

About the Author

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΤΡΟΥΠΗΣ

Σημαντικός λογοτέχνης από του Σέρβου Αρκαδίας (1932-2008)

Άνθη της Πέτρας

newlogo23Μη κερδοσκοπικό Σωματείο
«Φίλοι Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής -
ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ»
Διεύθυνση:
28ης Οκτωβρίου 55
Νέα Πεντέλη Τ.Κ. 15236

 

Ακολούθησέ μας

Facebook
Twitter
YouTube
Googleplus

 

Newsletter