Καρτερώντας τον πατέρα ...

Χριστουγεννιάτικο διήγημα εμπνευσμένο από τη ζωή των μαστόρων και των οικογενειών τους στα Λαγκάδια Αρκαδίας ...

Καρτερώντας τον πατέρα ...

του Χαράλαμπου Σπ. Τσαφαρά

Αποβραδίς ο Γιώργης της Δήμαινας είχε ετοιμάσει τα σύνεργα- μυστριά, ματσακόνια, σφυριά, πηλοφόρια- και τα γαϊδορομούλαρα, τη Σίβα και το Γκέσο, για το φθινοπωρινό ταξίδι στα χωριά της Αργολοκορινθίας. Το ίδιο και οι άλλοι της παρέας, μαστόροι, αρχιμάστορας, μαστορόπουλα και τριότες, όλοι όσοι επρόκειτο να συγκροτήσουν το «μπουλούκι» για το νέο «σεφέρι».

Είχε περάσει όλη η οικογένεια μαζί τη γιορτή της Παναγίας, είχαν βάλει τα γεννήματα και τις σοδειές στην αποθήκη, είχε γυαλίσει η τρίχα των ζωντανών από την καλοκαιρινή σχόλη και τη βοσκή στις καλαμιές των θερισμένων σιταροχώραφων της Τρανής Λάκκας και της Ντραΐνας, κι είχε έρθει η ώρα προς το τέλος Αυγούστου- να ξαναφύγουν.

Νωρίς-νωρίς το βράδυ, την παραμονή της αναχώρησης, η φαμελιά του μαστρο-Γιώργη, μικροί και μεγάλοι, με δυσκολία, στα όρθια, μπόρεσαν κι έβαλαν στο στόμα τους μια μπουκιά ψωμί και λίγο τυρί. Η επικείμενη αναχώρηση του πατέρα δεν άφηνε περιθώρια για περισσότερη όρεξη και καλύτερη ατμόσφαιρα. Η μικρή Αντωνία, που θάταν δε θάταν πέντε χρονών, σε μια στιγμή κάρφωσε στον πατέρα τα ματάκια της απ’ τα οποία έτρεχαν βρυσούλες τα δάκρυα, όρμισε στην αγκαλιά του, τον αποχαιρέτησε μ’ ένα φιλί και πήγε στο κρεβάτι της για ύπνο. Φαντάστηκε πως θάταν δύσκολο- παιδί που ήταν- να ξυπνήσει από τα βαθιά μεσάνυχτα για να του ευχηθεί καλό ταξίδι.

Πολύ πριν ακόμα ξημερώσει και μέσα στην απόλυτη σιωπή της αυγουστιάτικης νύχτας, που απ’ άκρη σ’ άκρη απλωνόταν σ’ όλο το χωριό , άρχισαν να σιγοφέγγουν οι λαμπίτσες πετρελαίου, οι «τσιμπλούδες», όπως τις λέγαμε παλιά, πίσω από τα μικρά κουρτινάκια των σπιτιών , στα οποία είχε σημάνει το εγερτήριο της αναχώρησης. Έβγαλαν τα ζωντανά από τα κατώϊα , φόρτωσαν τα γαϊδουροσάνιδα, τα σαΐσματα και ότι άλλο χρειαζόταν να πάρουν μαζί τους, κι’ ο Μαστρογιώργης κοιτάζοντας συγκινημένος στα μάτια τη γυναίκα του, της έδωσε τις τελευταίες οδηγίες για τη διαχείριση των οικογενειακών τους υποθέσεων, για όσο διάστημα θα έλειπε. Για τα οργώματα και τις σπορές των χωραφιών, τον τρύγο του μικρού αμπελιού, πάνω από τις Τρεις Βρύσες, τα ξύλα για το χειμώνα, το σχολείο των παιδιών, τα τρόφιμα και ότι άλλο χρειαζόταν να προμηθευθεί η οικογένεια από τα εμπορικά και τα μπακάλικα του χωριού μας. Η Αντωνία, παρ’ όλο που από το βράδυ είχε αποχαιρετίσει τον πατέρα της, όλη τη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι και σαν αντιλήφθηκε ότι η ώρα της αναχώρησης είχε φθάσει, πετάχτηκε από το κρεβάτι της και με φωνούλα που πνιγόταν από συγκίνηση του είπε «Με το καλό να γυρίσεις πατέρα». Από κοντά η Γιώργαινα και τα μεγαλύτερα αδέρφια της Αντωνίας του έδωσαν την ευχή τους για «καλό ταξίδι και καλά καζάντια».

Το «μπουλούκι» που το αποτελούσαν άνθρωποι και ζωντανά, μαζεύτηκε στην άκρη του χωριού κοντά στη Τουρκόβρυση. Την προηγούμενη μέρα για να «αφήσουν τους μπενετάδες», είχαν βρεθεί στην απάνω μεριά του χωριού , στην ταβέρνα του Πάνου του Ντέλα και είχαν ρυθμίσει από πού και ποια ώρα θα ξεκίναγαν. Έκαναν λοιπόν το σταυρό τους και πήραν το δρόμο για το Κουτσοπόδι, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από ο Αργος. Φθάνοντας στο διάσελο της Γκιάβιζας, νύχτα ακόμα, αλλά με τη βοήθεια του Αυγουστιάτικου φεγγαριού, έριξαν μια τελευταία ματιά κατά το μαχαλά τους, ξεροκατάπιαν τον πόνο τους, άκουσαν το ρολόι του χωριού να χτυπάει τέσσερις τη νύχτα και συνέχισαν από την πίσω πλευρά του διάσελου, κατηφορίζοντας προς την Αγία Παρασκευή. Από εκεί , ακολουθώντας πάντοτε τη συντομότερη διαδρομή, δηλαδή από περικοπό σε περικοπό , έφτασαν , ύστερα από δυο γεμάτα μερόνυχτα, στο Κουτσοπόδι. Από την περασμένη άνοιξη είχαν κλείσει συμφωνία να χτίσουν εκεί μια εκκλησία κι ένα σπίτι στο διπλανό χωριό, τα Φίχτια.

Πέρασε ο Σεπτέμβρης κι ο Οκτώβρης και μπήκε βροχερός, όπως πάντα, ο Νοέμβρης. Στις 14 του μήνα, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Φιλίππου, η φαμελιά του Μαστρογιώργη απόκρεψε κατά το θρησκευτικό συνήθειο μ’ ένα κομμάτι κρέας νεφραμιά, από το τσιγκέλι του μπαρμπα-Κωσταντή του Μπολοχώνη. Το κρέας από βεργάδι καλοταϊσμένο στους πουρναρότοπους και τις άλλες βουνίσιες μυρωδιές της Τσερέσοβας και του Τσερβίκου, συνοδευόταν από μακαρόνια στριφτά που η Μαστρογιώργαινα είχε πλάσει με τα ίδια της τα χέρια. Από την επαύριο της γιορτής του Αγ. Φιλίππου, άρχιζε το σαρανταήμερο, περίοδος προετοιμασίας με νηστεία για την υποδοχή της μεγάλης γιορτής των Χριστουγέννων.

Εκείνο το βράδυ τα μάτια της μικρής Αντωνίας , καθώς ήταν καθισμένη σ’ ένα σκαμνάκι, δίπλα στο παραγώνι του «χειμωνιάτικου» και τα φώτιζε το αμυδρό φως της «τσιμπλούς» κι ο λάμπαδος από το ελατίσιο κούτσουρο, που τρίζοντας έκαιγε ακατάπαυστα στο τζάκι, έδειχναν νάχουν μια άλλη έκφραση. Μια έκφραση που στο βάθος υποδήλωνε ελπίδα και προσδοκία για κάτι που θα της έφερναν τα Χριστούγεννα. Το Σαρανταήμερο ήταν το εισιτήριο για τη μεγάλη γιορτή, που μαζί με τη Γέννηση του Ιησού θα της έφερνε πίσω από τη μαστοριά τον πατέρα!

«Μάνα πότε θα γυρίσει ο πατέρας» ακούστηκε να ρωτάει η Αντωνία. «Εκεί γύρω στις 20 του Δεκέμβρη, παιδάκι μου, απάντησε η μάνα». Και συνέχισε «Τον περιμένουμε πριν τα Χριστούγεννα που θάχει μεγαλώσει κι ο «ασπρής» το γουρούνι μας. Φέτος το βλέπω να ξεπερνάει τις εκατό οκάδες. Σαν έρθει με το καλό ο πατέρας σου θα είναι όλα έτοιμα να το σφάξουμε. Θα γεμίσει το σπίτι και η λαϊνα μας τσιγαρίδες, οματιά, πηχτή και κρέας. Σε σένα Αντωνία μου την ώρα που θα τηγανίζουμε τη συκωταριά θα σου δώσω να φας τον «καρούτζαφλα» και τη «φούσκα» του γουρουνιού για να παίζεις.

Πλησίαζε στο τέλος του το σαρανταήμερο και σαν ξημέρωσε η 20η Δεκέμβρη του σωτηρίου έτους 1953, κυκλοφόρησε γρήγορα το νέο πως ο Μαστρογιώργης και η παρέα του έφταναν όπου να ‘ναι στο χωριό. Κάποιοι είδαν το μπουλούκι να προσπερνάει το μύλο του Ράπη και συνεχίζοντας το δρόμο του Αγιο-Στάθη κατευθύνονταν προς το χωριό. Η μικρή Αντωνία που επί μέρες ζούσε με την αγωνία της επιστροφής του πατέρα, βγήκε περιχαρής στο δρόμο να τον καρτερέσει. Άστραψαν τα μάτια της από ευτυχία καθώς τον είδε να πλησιάζει στο σπίτι. Την άρπαξε πρώτη- σαν στερνοπούλι της οικογένειας που ήταν-την έσφιξε στην αγκαλιά του και προχώρησε να χαιρετήσει και τους άλλους. Οι ημέρες των Χριστουγέννων έφεραν στην Αντωνία αυτό που προσδοκούσε και επιθυμούσε περισσότερο. Τον πατέρα της από τη μαστοριά!

(προηγούμενη δημοσίευση Ηχώ των Λαγκαδίων, Νοέμβριος 2007)

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Βεργάδι το, αρσενικό η θηλυκό κατσίκι που έχει κλείσει χρόνο

Καρούτζαφλας ο, καρύδι, μήλο του Αδάμ, λαρύγγι ( …γιδούλα, κάτσε φρόνιμα, θα σου κόψω τον καρούτζαφλα..)

Καζάντι (α), το, τα, όφελος, κέρδος από εργασία

Καρτεράω,     περιμένω, αναμένω

Ματσακόνι το,    βαριοπούλα, εργαλείο των μαστόρων (αλλιώς ματζακόνα)

Οματιά η, λουκάνικο κατασκευασμένο με το παχύ έντερο του γουρουνιού, γεμισμένο με σιτάρι, μπαχαρικά, σταφίδες κα πορτοκαλόφλουδες και ψημένο στο φούρνο (φαγητό μια φορά το χρόνο, στο σφάξιμο του γουρουνιού.

Περικοπό το,  δευτερεύων δρόμος (συντομότερος)

Πηχτή η,  γουρουνοπατσάς, που όταν κρυώσει πήζει

Σάϊσμα το,  χοντρό υφαντό του αργαλειού από κοζιά (γιδίσιο μαλλί) επεξεργασμένο στη νεροτριβή (με πλούσιο χνούδι)

Σεφέρι το,    ταξίδι (τουρκ. Sefer)

Τριότης ο,  βαθμός κτίστη ανάμεσα στο μαστορόπουλο και το μάστορη, δηλ. μισομαθημένος κτίστης, με αμοιβή τα τρία τέταρτα του μαστορικού μεροκάματου

Τσιγαρίδα η: μικρό κομμάτι τσιγαρισμένης η παστωμένης χοιρινής «φέρσας» (δέρμα, ειδικά το νωπό χοιρινό δέρμα, με αρκετή ποσότητα λίπους αποτριχωμένο με ζεματισμένο-πολύ ζεστό βρασμένο νερό

About the Author

Χαράλαμπος Σπ. Τσαφαράς

Χαράλαμπος Σπ. Τσαφαράς

Γεωπόνος, συν/χος Επίτιμος Διευθυντής Υπουργείου Γεωργίας, ιδρυτικό μέλος των Ανθέων της Πέτρας

Άνθη της Πέτρας

newlogo23Μη κερδοσκοπικό Σωματείο
«Φίλοι Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής -
ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ»
Διεύθυνση:
28ης Οκτωβρίου 55
Νέα Πεντέλη Τ.Κ. 15236

 

Ακολούθησέ μας

Facebook
Twitter
YouTube
Googleplus

 

Newsletter