Skip to main content

Υδρόμυλος στα Λαγκάδια Γορτυνίας-Μ. Κορρές 

29 Ιουλ. 2026

Στο λαγκάδι που οριοθετεί από ανατολικά και νότια την πλαγιά όπου είναι χτισμένα τα  Λαγκάδια της Γορτυνίας, ρέουν πηγαία ύδατα και χάρις σε αυτά υπάρχουν παλαιοί υδρόμυλοι εν σειρά σε διάφορες θέσεις, με κατάλληλες μεταξύ τους αποστάσεις και  υψομετρικές διαφορές. Ένας εξ αυτών, ο πρώτος στα κατάντη της γέφυρας του  διερχόμενου από τον οικισμό επαρχιακού αυτοκινητόδρομου, διατηρεί κατάλοιπα της  αλεστικής εγκατάστασης και είναι το θέμα του παρόντος σύντομου σημειώματος1.

Στα διάφορα μέρη, της αλεστικής εγκατάστασης, υπάρχοντα ή υποθετικά και στα σιδηρά  εξαρτήματα2 εφ’ όσον αναγνωρίσθηκε η λειτουργία τους, δόθηκαν αριθμοί, οι οποίοι  ακολούθως τηρούνται στο κείμενο, τα συνημμένα σχέδια και τον υπομνηματισμό των  φωτογραφιών3. 

Το κτίσμα (Εικ. 1), ορθογώνιο με πέτρινους τοίχους πάχους ~60εκ, μήκος ~8μ (βόρεια και  νότια πλευρά) και πλάτος ~5,5μ (ανατολική και δυτική πλευρά), είναι ιδρυμένο σε έδαφος με  κλίση ~ 20% προς Ν. Ο ανατολικός τοίχος εδράζεται σε ογκώδη βράχο4 ακολουθώντας το  σχήμα του και ως εκ τούτου καμπυλώνεται προς τα έξω5. Στη νότια πλευρά (Εικ. 1 και 7),  στα αριστερά υπάρχει η θύρα (1α), με πλάτος 110εκ, ανταποκρινόμενο στις λειτουργικές  απαιτήσεις, κυρίως την κατά καιρούς μετακίνηση μιας μυλόπετρας έως το προαύλιο6 ή τη  συνεχή μεταφόρτωση ογκωδών σάκων7. Δεξιότερα, εκείθεν του μέσου, υπάρχει ένα  παράθυρο (1β) πλάτους ~60εκ. Ακόμη δεξιότερα ο κατά ~2,5μ προεξέχων βράχος  αντικαθιστά τον τοίχο, σχεδόν σε όλο το ύψος του. Χαμηλότερα, στο μέσον της νότιας  πλευράς, υπό τη στάθμη δαπέδου, βρίσκεται το τοξωτό άνοιγμα εξόδου (1γ) των  κινητήριων υδάτων του μύλου8.  

Στο εσωτερικό, στο μέσον σχεδόν της βόρειας πλευράς, υπάρχει εσοχή (1δ), πλάτους 97εκ,  με τόξο (2), σχεδόν 1.4μ ψηλότερα από το δάπεδο (απαιτούνται ακριβέστερες μετρήσεις).  Πλησίον του τοίχου, προ της δεξιάς παραστάδας της εσοχής, μισοσκεπασμένες από  πεσόντα υλικά, διατηρούνται στη θέση τους, επί χαμηλού κυκλικού βάθρου (15) οι  μυλόπετρες (16), (21), σύνθετες, διαμέτρου 100εκ9, ζωσμένες με ζεύγη σιδηρών στεφανών (17)-(20)10. Κατά την απομάκρυνση των πεσμένων στην άνω μυλόπετρα υλικών11 φάνηκε η  τετράγωνη οπή αυτής. Στο υποκείμενο οριζόντιο διάκενο, η χελιδόνα (42) ήταν περίπου στη  θέση της, μαζί με το άνω ακραξόνιο (40) του πάλαι ποτέ ξύλινου κορμού του άξονα  κρεμάμενο εξ αυτής, χωρίς να έχει πέσει στον υποκείμενο χώρο («ζουριό»), λόγω της  ενσφήνωσης του σε αυτήν μέσω στρωμάτων σκουριάς. Γύρω του (Εικ. 6) υπήρχε το  ανώτατο σιδηρό κολάρο (36ε) του ξύλινου μέρους της ατράκτου και τα τελευταία λείψανα  ξύλου, συγκρατούμενα από το επόμενο προς τα κάτω σιδηρό κολάρο (36δ), (Εικ. 6)12.  Μεταξύ αυτών και του ακραξονίου διατηρήθηκε μεταλλικό έλασμα μήκους 28εκ (40α), βλ.  Εικ. 3, αναδιπλωμένο εκατέρωθεν του πλατυσμένου κάτω άκρου του ακραξονίου,  προστεθέν εκεί προφανώς επειδή η πάλαι ποτέ μορφωμένη στο ξύλο υποδοχή ήταν κάπως  ευρύτερη του δέοντος. Ένα ακόμη κολάρο διαμέτρου ~120 χιλ. (36γ) βρέθηκε τρία μέτρα  νοτιότερα, επί της ξερολιθιάς της δυτικής πλευράς της αύλακας απαγωγής13. 

Μέσω του ορύγματος της αύλακας απαγωγής των κινητήριων υδάτων (Εικ. 8), παρά τα  εντός αυτής εμπόδια (πεσμένα υλικά), είναι δυνατή η προσπέλαση του υποκείμενου των μυλόλιθων υπόγειου χώρου (ζουριό) (Εικ. 9), όπου, πεσμένη λοξά, σώζεται η φτερωτή (37)- (39), μεταλλική, διαμέτρου 118εκ (Εικ. 1, 2, 3, 4, 5). Στα πεσόντα υλικά βρέθηκαν λιγοστά  λείψανα σάπιου ξύλου14, ένα σιδερένιο κολάρο (36β) και κοντά στη θέση του το σιδερένιο  κάτω ακραξόνιο (35) (Εικ. 5 και 10), μαζί με το κατώτερο σιδηρό κολάρο, διαμ. 115χιλ (36α).  Μετά την περαιτέρω απομάκρυνση πεσμένων χωμάτων φάνηκε ακόμη χαμηλότερα το  σιδερένιο έδρανο ή «πάτημα» (43), με οπή υποδοχής του σιδηρού κάτω ακραξονίου. Η  υπόκωφη αντήχηση των υποκάτω χωμάτων προδίδει την εντός αυτών διατήρηση των  καταλοίπων της δοκού («τραβέσας») έδρασης της ατράκτου (άξονας) (24). Πίσω από τη  φτερωτή, αριστερά υπάρχει σε προέχουσα μάζα σκυροδέματος15 το διαμέτρου 11εκ  «σιφούνι» (4), στόμιο ορμητικής εκροής των πάλαι ποτέ κινητήριων υδάτων16.  

Βάσει των ως άνω σκόρπιων σιδηρών εξαρτημάτων υπολογίσθηκαν τα βασικά μορφικά και  μετρικά στοιχεία του κατεστραμμένου ξύλινου κορμού της ατράκτου (Εικ. 2, κάτω  αριστερά και Εικ. 3): τα κυλινδρικά άκρα με ικανή ακρίβεια, το μεσαίο ελεύθερα, με  γνώμονα την καλύτερη λειτουργία του17. 

Ο υπόγειος χώρος, το ζουριό, περίπου τετράγωνος, πλευράς ~ 1,7μ, δεν καλύπτεται με  λίθινο θόλο, αλλά με πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος (11) πάχους 13,5εκ (Εικ. 2, 3 και 9), στην οποία διακρίνονται18 τρεις περίπου τετράγωνες οπές: α) μια κεντρική οπή (12), σχεδόν  στο μέσον (~23x22εκ), ακριβώς υπό το κέντρο των μυλόλιθων, β) μια παρόμοια οπή (13), ~75 εκ δεξιότερα, προφανώς για τον ρυθμίζοντα το διάκενο των μυλόλιθων αναρτήρα (25) της δοκού ή τραβέσας (24), επί της οποίας ήταν το έδρανο ή «πάτημα» (43) του πάλαι ποτέ  άξονα και γ) μία οπή (14), κάπως μικρότερη, στα αριστερά και πιο πίσω από τον άξονα,  προφανώς για τη ράβδο χειρισμού ενός διακόπτη ρύθμισης («σταματήρα») (7)19 της δια του  «σιφουνιού» παροχής των κινητήριων υδάτων (Εικ. 2, 3 και 9).  

Στα δεξιά του στομίου εκροής οικοδομικός αρμός οριοθετεί μια δεξιά αυτού λιθοδομή (1*), η οποία αναγνωρίζεται ως η προς τα κάτω συνέχεια της δεξιάς παραστάδας της  αναφερθείσας εσοχής του ισογείου. Ως εκ τούτου συμπεραίνεται ότι διαρκούσης της  κατασκευής υπήρχε εκεί κανονικό άνοιγμα για την εγκατάσταση του αγωγού της  υδατόπτωσης και του «σιφουνιού». Μετά την εκτέλεση αυτής της εργασίας το εντός του  ισογείου μέρος του ανοίγματος κλείσθηκε με εν υποχωρήσει λιθοδομή, ώστε να  μετατραπεί στην υπάρχουσα εσοχή. Πίσω από το κτίσμα, περίπου ένα μέτρο βορειότερα, σώζονται τα κατάλοιπα του εκ λεπτής λαμαρίνας αγωγού υδατόπτωσης («βαράδι» ή  «βαγένι»). Μερικά μέτρα βορειότερα κάποια λείψανα λιθοδομής ίσως ανήκουν σε κτιστό  υπόβαθρο του αγωγού. Προς το παρόν δεν αναζητήθηκε (ακόμη βορειότερα) η μυλαύλακα.  Εν πάση περιπτώσει το όπισθεν του μύλου μεταλλικό μέρος του αγωγού πρέπει να διέθετε  κατάλληλα ξύλινα ίκρια. Λόγω της κατάστασης των μεταλλικών καταλοίπων, ο  προσδιορισμός της διαμέτρου του αγωγού και της τυχόν προοδευτικής μείωσης αυτής  απαιτεί χρονοβόρες παρατηρήσεις και μετρήσεις.  

Κατά τις υπάρχουσες ενδείξεις συμπεραίνεται ότι το εντός του εδάφους κάτω μέρος της  υδατόπτωσης, από το στόμιο και έως ύψους δυόμισι σχεδόν μέτρων περιβάλλεται από  παχύτατη μάζα σκυροδέματος, της οποίας μικρό μέρος εκδηλώνεται στο εσωτερικό του μύλου ως οριζόντιο στοιχείο της λιθοδομής αμέσως υπεράνω των θολιτών της εσοχής. Με  αυτά τα δεδομένα ο μύλος φαίνεται να κτίσθηκε κατά την 3η μάλλον δεκαετία του 20ου αιώνα, εκτός και εάν τα εκ σκυροδέματος μέρη του αποτελούν μεταγενέστερη  ανακατασκευή -η οποία όμως θα έπρεπε να περιλαμβάνει και μέρος των λιθοδομών του  βόρειου τοίχου, από τη στάθμη του ενσωματωμένου σκυροδέματος έως την (πάλαι ποτέ) στέγη, 2μ ψηλότερα. Οι πιθανότητες αυτής της περίπτωσης είναι μικρές, επειδή η δομή του  τοίχου φαίνεται ενιαία χωρίς διακριτές διαφορές υλικού ή τεχνικής.  

Η στέγη του κτίσματος ήταν μονόρριχτη με κλίση σχεδόν 1:3, αναγνωρίσιμη στο εισέτι  σωζόμενο μέρος της άνω απόληξης του δυτικού τοίχου. Τα ευρισκόμενα στο έδαφος  θραύσματα κεράμων επιτρέπουν κάποιους υπολογισμούς: 39 έως 40 σειρές από Α προς Δ  και 17 έως 18 από Ν προς Β (σύνολον 1309 έως 1422 κεραμίδια) 

Στο εσωτερικό (Εικ. 1), υπάρχουν κτιστοί επιμήκεις πάγκοι, ως εξής:  

(1στ) αριστερός πάγκος , πλάτους ~70εκ, προσκολλημένος στον δυτικό τοίχο επί μήκους  2.6μ έως τη ΒΔ γωνία, μάλλον κατάλληλος για την απόθεση των εισαγομένων προς άλεση,  (1ζ) πάγκος πλάτους ~ 60-70εκ, προσκολλημένος στον βόρειο τοίχο επί μήκους ~ 2.8μ έως  τη ΒΔ γωνία, μάλλον κατάλληλος για εργαλεία και σύνεργα. 

(1η) αριστερός πάγκος, πλάτους ~60εκ , προσκολλημένος στην ανατολική πλευρά, στον εκεί  βράχο και ως εκ τούτου καμπύλος: μάλλον κατάλληλος για την απόθεση των αλεσμάτων. 

Το δάπεδο ήταν από πατημένο χώμα, αλλά υπεράνω του αγωγού, από τις μυλόπετρες έως  τον νότιο τοίχο, ήταν ξύλινο με δοκούς (1θ), εκ των οποίων κάποιες διατηρούνται,  φερόμενες από τις εκατέρωθεν της αύλακας ξερολιθιές (1ι) και (1κ) (Εικ. 1, 7 και 8).  

Η κατάσταση των ξύλινων καταλοίπων προϋποθέτει παρέλευση πολλού χρόνου μετά την  κατάρρευση της στέγης του μύλου. Από τα περιβάλλοντα τις μυλόπετρες και τα  υπερκείμενα αυτών ξύλινα μέρη ουδέν σώζεται. Ίσως κάποια ίχνη τους να διατηρούνται  κάτω από τα πεσμένα υλικά. Προς το παρόν η αναπαράσταση αυτών των μερών είναι  υποθετική: ο κόθρος (το περιβάλλον τις μυλόπετρες κιβώτιο) δύναται να ήταν κυλινδρικός ή  πολυγωνικός, πιθανότερον οκτάπλευρος (51), με κατάλληλη εσωτερική μόρφωση για τη  συγκράτηση του αλεύρου. Η αλευροθήκη, ή «αλευροκασέλα» (53) κατά πάσαν πιθανότητα  ήταν προσκολλημένη στη νότια πλευρά του κόθρου. Η σκάφη, ή «κοφινίδα» (50), το δοχείο  σώρευσης του προς άλεση καρπού, υποτίθεται στην απλούστερη λειτουργική διάταξη,  δηλαδή επάνω από τις μυλόπετρες. Στο κάτω μέρος της σκάφης το στόμιο πρέπει να  διέθετε ως συνήθως ένα συρταρωτό κλείστρο («κόφτης»), το οποίο ίσως δεν είναι άλλο από  ένα ξύλινο ορθογώνιο φτυαράκι πλάτους 16εκ και μήκους 21 εκ, με σύμφυτη λαβή μήκους  14εκ, ακουμπισμένο σε λίθο πλησίον της αριστερής πλευράς του ζουριού.  

Προς το παρόν τα της ύπαρξης, μορφής και διάταξης των προς την οπή της μυλόπετρας  αγόντων τον καρπό μερών («κούταλος» ή «ταΐστρα» και ίσως μια «σταμάτη») δεν  προκύπτουν από τα ευρήματα και μάλλον θα πρέπει να υποτεθούν κατ’ αναλογίαν προς  άλλους υδρόμυλους της περιοχής. 

Υποθετική είναι επίσης η ρυθμίζουσα το διάκενο των μυλόλιθων ανυψωτική διάταξη μοχλών και σφηνών (26) έως (30), ενώ ίσως πιθανότερη θα ήταν η χρήση σιδηρού  κοχλιωτού γρύλου («τιμόνι»). Η απάντηση ίσως λανθάνει εντός των πεσμένων υλικών.  Ομοίως αβέβαιη είναι η θέση της κινητής σιδηράς αρπάγης («γερανάκι») που χρησίμευε για  την λαβή, ανύψωση, αναστροφή και (ανα) τοποθέτηση της (βάρους σχεδόν 400χλγρ) άνω  μυλόπετρας20.  

Ο μύλος πρέπει να ήταν προσπελάσιμος από το μέρος του οικισμού, δηλαδή από τα δυτικά, μέσω ατραπού με περίπου παραοριζόντια χάραξη (απαιτείται αναζήτηση), αν όχι μόνον  από το υπό τη γέφυρα διερχόμενο μονοπάτι.

------------------------

1 Εικ1.  Το όνομα: μύλος του Αντώνη Τσαούση. Η περιγραφή βασίζεται σε δίωρη επίσκεψη αυτοψίας (29 Ιουλ. 2026)  μετεχόντων στο πρόγραμμα Άνθη της Πέτρας, κατά την οποία έγιναν κάποιες πρόχειρες μετρήσεις (σε αυτές συνέβαλλε η κ. Μαρίνα Ηλιάκη). Οι μετρήσεις των σιδηρών μερών πλην των δακτυλίων του άξονα έγιναν από  τον γράφονται με προσέγγιση χιλιοστού, αλλά με ανακρίβειες εξ αιτίας της οξείδωσης και διάβρωσης αυτών.  Η περιγραφή είναι από μνήμης όπως και κάποιες διαστάσεις που δεν μετρήθηκαν. Για τη συμμετοχή μου στο  πρόγραμμα και την αλησμόνητη φιλοξενία εκφράζω ευχαριστίες προς τους οργανωτές και ιδίως προς τον  Καθηγητή κ. Ιωάννη Τσιαούση. 

2 σχεδιασμένα σε φυσικό μέγεθος. 

3 Όλα σε χαρτί μεγ. Α3, (εδώ σμικρυμένα περίπου στο 50%). 

4 Το ορατό μέρος του βράχου έχει μέγιστες διαστάσεις (Μ, Π, Υ) : ~7μ, ~3μ, ~2,5μ. 

5 Εκτός αυτού μεγάλο μέρος εκκλίνει προς τα έξω.  

6 Η χρήση μονολιθικών μυλόλιθων προϋπέθετε την (σπάνια) ύπαρξη κατάλληλων λατομείων και κάρων για τη  μεταφορά. Η σύνθετη μυλόπετρα (τεμάχια συγκολλημένα με ασβεστοκονίαμα ή τσιμέντο, στερεά  περισφιγμένα με σιδηρές στεφάνες) αποτελούσε συνήθως τον μόνο δυνατό τρόπο για μύλους  προσπελάσιμους από ανώμαλα μονοπάτια (απαιτούνται πληροφορίες για τη θέση διαμόρφωσης των  σύνθετων μυλόλιθων: στο εσωτερικό του μύλου, ή στο προαύλιο;). Για την τοποθέτηση με το σιδηρό  ανυψωτικό (γερανάκι) βλ. κατωτ. 

7 Οι μεγαλύτεροι σάκοι (~50 οκάδες, ήτοι ~64 χλγρ, αντίστοιχοι ανά δύο στο επιτρεπόμενο φορτίο μεγάλου  μουλαριού – ήτοι έως 25-30% του σωματικού βάρους του για ομαλά μονοπάτια), είχαν μέγ. διαστ. ~ 0.85-0.95 x 0.50-0.60 x 0.20-0.25μ και απαιτούσαν έκαστος συνεργασία δύο ατόμων για κάθε σήκωμα ή κουβάλημα σε  απόσταση μερικών βημάτων. Στην παρούσα περίπτωση, λόγω του δύσβατου εδάφους είναι πιθανότερη η  χρήση μικρότερων σάκων (~40 οκάδες, ήτοι 53 χλγρ).

8 Το δεξιό άκρον του είναι διαλυμένο και χρήζει επισκευής. 

9 Στους ελληνικούς παραδοσιακούς υδρόμυλους οι μυλόπετρες έχουν συνήθως διάμετρο 100εκ, σπανιότερα  110 εκ, ή 130εκ.  

10 Υπό ευνοϊκές συνθήκες πρέπει να τεκμηριώνονται: η επιπεδότητα ή κυρτότητα της μυλικής (τριπτικής)  επιφάνειας της κάτω πέτρας, το είδος και το σχέδιο των αυλακώσεων αυτής και εκείνων της άνω πέτρας -οι  οποίες κανονικά πρέπει να είναι αντίθετες, ώστε κατά την κίνηση (πάντοτε αριστερόστροφη) να συναντούν τις  κάτω αυλακώσεις υπό γωνία κατάλληλη για τη διάτμηση των υπό άλεση κόκκων. Με ταχύτητα τάξεως 100  στροφών ανά λεπτό, η φυγόκεντρη δύναμη κινούσε γοργά το άλευρο προς την περιφέρεια, οπότε στο κέντρο  άδειαζε διαρκώς χώρος για το συνεχές τάισμα των μυλόλιθων με νέες προς άλεση ποσότητες (το περιεχόμενο  ενός σάκου, ~50-65 χλγρ, ανά ώρα). Οι αυλακώσεις συντελούσαν και στην μέσω κινούμενου αέρα ελάττωση  της υπερθέρμανσης των λίθων και του αλεύρου.  

11 Από τον κ. Π. Παναγόπουλο. 

12 Το εύρημα ανασύρθηκε για λίγο, χάριν παρατήρησης, από τον κ. Παναγόπουλο και ακολούθως επανήλθε στη  θέση του. Αξίζει να σημειωθεί ότι αμέσως υπό την χελιδόνα απέμειναν επί της κάτω μυλόπετρας, εκατέρωθεν  της οπής, μερικά σκουριασμένα τετράγωνα σιδηρελάσματα μήκους ~6εκ, προφανώς χρησιμεύσαντα ως  οριζόντια παρεμβλήματα ρύθμισης της στάθμης ενός αμέσως υποκείμενου στοιχείου… , διάφορου του εντός  της κάτω μυλόπετρας ξύλινου κουζινέτου (41) κέντρωσης του σιδηρού ακραξόνιου (40) (απαιτείται  διευκρινιστικός καθαρισμός της περιοχής). Εκ των άνω αφαίρεση χελιδόνας και ακραξονίου, ως  συσσωματωμένης μάζας, κανονικά δεν είναι δυνατή, επειδή πρέπει το μήκος της χελιδόνας να υπερβαίνει το  πλάτος της οπής και τα άκρα της να είναι εγκλωβισμένα στις οικείες εγκοπές του μυλόλιθου. Απομένει προς  εξέταση η πιθανότητα το ένα άκρον της χελιδόνας να είναι θραυσμένο και εκείνη απολεσθέντων,  υπερκείμενων της χελιδόνας σιδηρών παρεμβλημάτων (ο χρόνος δεν επέτρεψε σχετικές παρατηρήσεις). 

13 Ακολούθως αποτέθηκε (για μεγαλύτερη ασφάλεια) προ της δεξιάς παραστάδας της κόγχης. Το κολάρο 36γ πρέπει να είχε πέσει αρχικά εντός του ζουριού μαζί με τα σάπια ξύλα της ατράκτου. Από εκεί πρέπει να  μετακινήθηκε (κατά τη διάρκεια μιας εξερεύνησης) στη θέση όπου το βρήκαμε. 

14 Απολύτως ανεπαρκή για την ακριβή αναπαράσταση της μορφής του ξύλινου κορμού του άξονα. Οι συνθήκες  (κατάσταση ξύλου, χρόνος και ημίφως) δεν επέτρεψαν αναγνώριση του είδους του ξύλου (δρυς; ).

15 Η μάζα αυτή σκυροδέματος έχει ορατό ύψος ~70εκ., μέτωπο πλάτους σχεδόν 40εκ και εξέχει κατά σχεδόν  30 εκ από τον τοίχο -προφανώς συνεχιζόμενη σε ικανό εντός της λιθοδομής βάθος. 

16 Το κέντρο του βρίσκεται μισό μέτρο υπό την οροφή του υπόγειου χώρου. Η κλίση του άξονα της εκροής  είναι περίπου 1:1 (απαιτείται ακριβής μέτρηση). 

17 Παρά ταύτα, σε πολλούς υδρόμυλους με ξύλινη άτρακτο το πάχος αυτής είναι περίπου σταθερό σε όλο το  μήκος της. 

18 Ορατές προς το παρόν μόνον εκ των κάτω, επειδή τα υπερκείμενα (και οι μυλόπετρες σχεδόν ολικώς)  καλύπτονται από σωρούς πεσόντων υλικών.  

19 Προ του στομίου εκροής ή «σιφουνιού», υπάρχει οριζόντια σιδηρά ράβδος (7), της οποίας τα άκρα  στραμμένα δις κατά 90ο στερεώνονται στις παρειές της εκ σκυροδέματος μάζας. Προς το παρόν, ελλείψει  χρόνου, εκκρεμεί η έρευνα της μορφής και της λειτουργίας του μηχανισμού του διακόπτη («σταματήρι»).

20 Συνήθως σιδηρό ημικύκλιο, ολίγον ευρύτερο των μυλόλιθων, με βραχείες κυλινδρικές απολήξεις, νεύουσες  προς το νοητό κέντρο του και κοχλιωτό αναρτήρα, υπεράνω του μέσου του. Οι απολήξεις αντιστοιχούν σε  υποδοχές της μεσαίας στεφάνης ενός μυλόλιθου, κείμενες στα άκρα κεντροβαρικής διαμέτρου, ώστε μετά την  ανύψωση να είναι εύκολα δυνατή η αναστοφή του λίθου, αναγκαία για την κατά τακτά διαστήματα  ανακατεργασία των αυλακώσεων της μυλικής επιφάνειας. 

21 Κυλινδρικά, με τον άξονα καθέτως προς τα πτερύγια, αφήνουν ως ενεργό το πλησιέστερο προς την  περίμετρο μέρος των πτερυγίων και ίσως βελτιώνουν την υδροδυναμική της φτερωτής, 

22 Η σύμβαση μιας δεδομένης στροφικής κατεύθυνσης επιβάλλεται από την απαίτηση συμβατότητας κάθε  μυλόλιθου με οιονδήποτε άλλον 

23 Το περίγραμμα υποθετικό εξ αιτίας αδυναμίας πλήρους απομάκρυνσης των επ’ αυτού χωμάτων

 

----------------------------------

Εικ. 2. Μύλος του Αντώνη Τσαούση. Αξονομετρική ανατομία της αλεστικής εγκατάστασης,  κατά χονδρική προσέγγιση. Κάτω αριστερά γραφική αποκατάσταση της ατράκτου. -(1) βόρειος τοίχος. 

-(1*) δεξιά παραστάδα ανοίγματος εγκατάστασης προσαγωγού (υδατόπτωση, βαγένι). -(2) τοξωτό ανώφλιο ανοίγματος εγκατάστασης προσαγωγού. 

-(3) τοίχιση κάτω μέρους ανοίγματος εγκατάστασης προσαγωγού. 

-(4) σκυροδετημένο τμήμα προσαγωγού. 

-(4*) στόμιο ορμητικής εκροής (εκτίναξης) κινητήριων υδάτων («σιφούνι»). -(5) τοίχιση άνω μέρους ανοίγματος διέλευσης προσαγωγού μετατρέπουσα αυτό σε  χρήσιμη εσοχή. 

-(6) οριζόντια ζώνη σκυροδέματος υπεράνω του (2). 

-(7) σιδηρά ράβδος προ του σιφουνιού (4*) για το διακόπτη ροής («σταματήρα»). -(8) αριστερός τοίχος του ζουριού (υπογείου της φτερωτής). 

-(9) δεξιός τοίχος του ζουριού. 

-(10) αναλημματικός ξηρότοιχος τάφρου αύλακας απαγωγής κινητήριων υδάτων -(11) πλάκα οπλισμένου σκυροδέματος ως οροφή του ζουριού και υπόβαθρο των  μυλόλιθων. 

-(12) κεντρική οπή πλάκας οπλισμένου σκυροδέματος. 

-(13) οπή αναρτήρα τραβέσας. 

-(14) οπή ράβδου διακόπτη ροής («σταματήρα»). 

-(15) βάθρο μυλόλιθων. 

-(16) κάτω μυλόλιθος. 

-(17) και (18) σιδηρές στεφάνες περίδεσης κάτω μυλόλιθου. 

-(19) άνω μυλόλιθος. 

-(20) και (21) σιδηρές στεφάνες περίδεσης άνω μυλόλιθου. 

-(22) οπή άνω μυλόλιθου. 

-(23) υποδόκιον τραβέσας. 

-(24) τραβέσα ή δοκός έδρασης ατράκτου (31) έως (40). 

-(25) αναρτήρας τραβέσας. 

-(26)-(30) υποθετικός ρυθμιστής διακένου μυλολίθων (μέσω του άνω πέρατος του (25),  αποτελούμενος από υπομόχλιο (26) μοχλούς (27), (30) και σφήνες (28), (29). Άλλως σιδερένιος κοχλιωτός γρύλος («τιμόνι»). 

-(31) ξύλινος κορμός της ατράκτου (άξονα υποστήριξης και κίνησης της άνω μυλόπετρας). -(32) κάτω κυλινδρικό πέρας του (31). 

-(33) άνω κυλινδρικό πέρας του (31). 

-(34 ) ξύλινος δίσκος φτερωτής. 

-(34 β) εγκοπή (υποθετική) στην άτρακτο για τη στερέωση του ξύλινου δίσκου της  φτερωτής. 

-(35) κάτω ακραξόνιο ατράκτου. 

-(36) α, β, γ, δ, ε, πέντε σιδηρά στεφάνια των κυλινδρικών απολήξεων του ξύλινου κορμού  της ατράκτου. 

-(37) σιδηρός εσωτερικός δακτύλιος φτερωτής. 

-(38) σιδηρός εξωτερικός δακτύλιος φτερωτής.

[8] 

-(39) σιδηρά πτερύγια φτερωτής, ανά 10ο. Μεταξύ αυτών, πλησίον του εσωτερικού  δακτυλίου, κάποια σφηνωμένα ξύλα21. 

-(40) κάτω ακραξόνιο ατράκτου. 

-(41) κουζινέτο άνω ακραξονίου ατράκτου. 

-(42) χελιδόνα, σιδηρό επίθημα ατράκτου φέρον τον άνω μυλόλιθο και μεταδίδον σε αυτόν  την παραγόμενη από την φτερωτή ροπή (πάντοτε αριστερόστροφη)22. -(43) σιδηρό έδρανο ατράκτου23. 

-(44) ράβδος χειρισμού του (45). 

-(45) διακόπτης παροχής κινητήριου ύδατος (απροσδιόριστης μορφής). -(46) έως (49) σύστημα στήριξης σκάφης (υποθετικές λεπτομέρειες). 

-(50) σκάφη. 

-(51) συρταρωτό κλείστρο της σκάφης («κόφτης»). 

-(52) κόθρος (το περιβάλλον τις μυλόπετρες κιβώτιο) (53). 

-(52*) οπή του κόθρου υπεράνω της οπής του μυλόλιθου, για την εισαγωγή των προς άλεση  μέσω της ταΐστρας (δεν περιέχεται στο σχέδιο). 

-(53) αλευροθήκη, ή «αλευροκασέλα». 

 

Η συνεξέλιξη του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος στα Λαγκάδια Γορτυνίας μέσω της ανάδειξης του ιστού των μονοπατιών Δείτε σχετικά