Νοσταλγικοί Περίπατοι στα Λαγκάδια

του Γιάννη Πάτση, θεατρικού συγγραφέα

Νοσταλγικοί  Περίπατοι στα Λαγκάδια

Λαγκάδια, ένα ορεινό χωριό στο κέντρο της Πελοποννήσου. Η διαδρομή ως εκεί, με το λεωφορείο, πολύωρη. Ο δρόμος στενός με χιλιάδες στροφές κουράζει και τον πιο έμπειρο οδηγό. Κόρινθος, Άργος, Τρίπολις, οι πόλεις που άφησα πίσω μου δεν έκλεψαν ούτε μια ματιά μου. Τίποτα δεν ζήτησα απ΄ αυτές.

Η νύχτα απαλή, διακριτική πάνω στο αρκαδικό οροπέδιο. Το φεγγάρι παραφυλάει για να κάνει έντονη την παρουσία του. Από το παράθυρο του λεωφορείου, το παρακολουθώ να χάνεται μέσα σε δέντρα, μέσα σε βουνοκορφές και στα λιγοστά πυκνά σύννεφα της ανατολής. Χάνεται και ξανά νάτο, στο παράθυρο δίπλα μου, συντροφεύει τις ώρες του γυρισμού.

Ακόμη μια ώρα! Ο δρόμος τώρα περνά μέσα από έλατα. Το τοπίο μυθικό στο φως του φεγγαριού. Με το φως του φεγγαριού περνά στο λεωφορείο τώρα και το κρύο. Ακόμη μισή ώρα. Οι κορδέλες του δρόμου, η δυνατή κουβέντα, το τρίξιμο της λαμαρίνας στις στροφές το κρύο της νύχτας, ανεπαίσθητα. Σε λίγο φτάνουμε. Κατηφορίζει τώρα το λεωφορείο. Να στην κορυφή ένα φως λαμπρότερο από τ΄ άλλα. Αστέρι; Εσύ το ξέρεις. Φως σπιτιού! Στη στροφή νοιώθεις το ξάφνιασμα, την έκπληξη, σαν το θέαμα να είναι πρωτόγνωρο. Εκατοντάδες πυγολαμπίδες στην απέναντι πλαγιά. Πυγολαμπίδες τεχνητές, λαμπιόνια ηλεκτρικά.

Λαγκάδια καλησπέρα!
Γύρισα όχι προσκυνητής στο τόπο που γεννήθηκα, μα λάτρης της ομορφιάς σου.

Στην «κρεμαστή πλατεία», τη μοναδική πλατεία του χωριού, η ανθρώπινη παρουσία σπάνια. Οι κάτοικοι εδώ κοιμούνται νωρίς, , όπως οι κότες. Ο καφετζής κοιτάζει με μισό μάτι την παρέα που χαρτοπαίζει. Το πρωί θα ξυπνήσει χαράματα.

Στο πατρικό σπίτι η εμφάνισή μου γιορτή. Αγκαλιές, φιλιά, ερωτήσεις. Μα δεν βλέπω την ώρα να τρέξω στο μπαλκόνι. Πανσέληνος στα Λαγκάδια! Πανύψηλες λεύκες , πελώριες καρυδιές, ισχνά κυπαρίσσια, στενόκορμες μυγδαλιές – στα πόδια μου – κορυφές βουνών, πλαγιές , ρεματιές, βράχοι, σπίτια   - ασημωμένα από το φως του φεγγαριού συνθέτουν μοναδική εικόνα. Εκεί στην άκρη του μπαλκονιού σημαίνει προσκλητήριο για όλες τις αισθήσεις καθώς το φεγγάρι διαβαίνει δυο οργιές πάνω από την ψηλότερη κορφή. Είναι εκείνη η κορφή που νόμιζα παιδί πως σαν πατούσα το φεγγάρι θ΄ άγγιζα! Καθώς το φως του φεγγαριού κυλάει στις απότομες πλαγιές και φτάνει με χιλιάδες φωτοσκιάσεις στα κατάβαθα το μουρμουρητό του νερού ανεβαίνει παρασύροντας όλους τους ήχους της νύχτας. Είναι κι εκείνα τα χτυπήματα του ρολογιού του χωριού που πολλαπλασιάζονται μύριες φορές στις λαγκαδιές για να επιστρέψουν μελωδικά στον ακροατή. Είναι οι μυρουδιές της νύχτας . Είναι τα Λαγκάδια! Σαν μέλισσα ρουφώ το χυμό του εξωτικού λουλουδιού! Ω, φεγγαρόλουστη νύχτα, θεά της ομορφιάς σ΄ αγαπώ για κρύβεις σε τούτο τον τόπο ό,τι η μέρα πικρά μου θυμίζει. Την ερήμωση!  

Την άλλη μέρα κατέβηκα στο ποταμάκι που γλύφει τα πόδια του χωριού. Ανήλιο κυλούσε το νερό κάτω από τα πυκνόφυλλα πλατάνια. Εδώ αγκαλιάζει στοργικά μια πέτρα, πιο κάτω φιλά των δέντρων τα κλαδιά. Χάνει την κίνησή του στις λακκούβες , παίζει με τα φύλλα, μουρμουρίζει καθώς κατεβαίνει. Τραγουδούσε το νερό! Άκουσα το τραγούδι του. Το τραγούδι των αηδονιών και των κοτσυφιών σαν πετούσαν ανέμελα από κλαδί σε κλαδί. Το τραγούδι των εντόμων. Από μυριάδες στόματα έφταναν στ΄ αυτιά μου αμέτρητοι χαρούμενοι ήχοι. Κάτω από τον πράσινο θόλο ένοιωσα την ύπαρξη ενός άλλου θαυμαστού κόσμου. Συνεπαρμένος περίμενα στιγμή με στιγμή να εμφανιστούν οι Νηρηίδες και νύφες των δασών. Στο ελαφρό φύσημα του αέρα γύριζα το κεφάλι και περίμενα. Λυπήθηκα που ούτε μια φορά δεν αντίκρισα μορφοποιημένη την ψυχή του ποταμιού. Πουλιά κατέβαιναν να δροσίσουν το φλογισμένο απ΄ το τραγούδι τους στόμα. Καβούρια ξεθαρρεμένα από τη σιωπή που ακολούθησε έβγαιναν από τις τρύπες τους. Φτωχά πλάσματα! Εσείς κι εγώ δεν είχαμε ούτε έναν τόνο για τη γιορτή της Χαράς!

Σηκώθηκα να φύγω. Ανόρεχτα σέρνω τα πόδια μου, πότε στο παχύ στρώμα των φύλλων και πότε στις γυμνές πέτρες…Αλλάζω δρόμο και καθώς παραμερίζω μερικά κλαδιά, ένας σκούρος όγκος με τρομάζει. Ο όγκος κινήθηκε κι ένα κεφάλι παρουσιάστηκε δίπλα μου. Με κοίταξε απορημένα. Κράτησε τεντωμένα ψηλά τ΄ αυτιά του, για να συλλάβει το μήνυμα του ερχομού μου. Μα σαν κουράστηκε να ζητά, κούνησε φιλικά το δεξί του αυτί. Φιλικά του χάιδεψα το κεφάλι κι εγώ. Η έκπληξη και των δυο μας για την απρόοπτη παρουσία του άλλου είχε εξαφανιστεί. Αργότερα όταν η εγκαρδιότητα της επαφής σπάζει το φράγμα της γλώσσας. Ακούω το ζώο να μου διηγείται τη σκληρή ζωή του. Ανεβοκατεβάσματα στους κακοτράχαλους δρόμους, βαρύ φορτίο, έλλειψη παρουσίας του αντίθετου φύλου… Μου παραπονείται για τον αφέντη του, για την τροφή του που είναι φτωχή. Καθώς το ζώο αφηγείται βλέπω την ομοιότητα της ζωής του με την ζωή των ανθρώπων του τόπου. Η επιστροφή από τη ρεματιά κουραστική. Το έδαφος στα Λαγκάδια έχει κλίση περισσότερο από σαράντα πέντε μοίρες και η υψομετρική διαφορά του πρώτου - τελευταίου σπιτιού του χωριού πάνω από πεντακόσια μέτρα.

Αλλά τι σχέση μπορούν να έχουν τα αριθμητικά δεδομένα της τοπογραφικής αναγωγής μ΄ αυτό που αισθάνομαι. Δέος μπροστά στην άγρια φύση και θαυμασμό στον άνθρωπο. Στον άνθρωπό που έκτισε και κατοίκησε εκεί που αητοί και αγριοπερίστερα τον τόπο του έδειξαν. Η εργατικότητά του μεταμόρφωσε τις απότομες πλαγιές σε καλλιεργημένες πεζούλες. Και πρόκοψε. Και βοήθησε στον ξεσηκωμό του γένους κατά των Τούρκων, με αρχηγούς με παλικάρια, με χρηματικές εισφορές. Οι λιγοστοί γέροι του χωριού θυμούνται με συγκίνηση την κωμόπολη που έσφυζε από ζωή. Μα τα χρόνια πέρασαν. Ήρθε πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Δεύτερος. Κι ετρύγησε και κείνος με τη σειρά του το χωριό. Ο ξένος καταχτητής πέρασε κι από εδώ. Το ναζιστικό πέρασμα πληρώθηκε ακριβά. Φωτιά και λάβα τα καλύτερα σπίτια του χωριού. Κάθε πέτρα και μια ιστορία. Μεγάλη ή μικρή αδιάφορο. Πόσες πέτρες δε βρέθηκαν στο δρόμο μου σαν ανέβαινα τον ανήφορο. Πόσες φορές δε στάθηκα αποσταμένος. Μα και πόσες φορές τα μάτια μου δεν αγκάλιασαν το χωριό από τα κατώμερα ως πάνω-πάνω! Και ήταν η καρδιά που σε έκλεινε μέσα της. Καμάρες, τρεχούμενα νερά, πηγές, Σπίτια μανταλωμένα, σπίτια χωρίς σκεπή, γειτονιές νεκρές χωρίς ανθρώπου αναπνοή.

Κι ανέβαινα, κι ανέβαινα.

Στην πλατεία σκουρόχρωμες φιγούρες. Ο κόσμος του χθες, με αργά βήματα, με τη μαγκούρα, μοναχικές και σιωπηλές μετρούν με περίσκεψη το πέρασμα του χρόνου. Τετραώροφα, τριώροφα. Δείγματα της φημισμένης λαγκαδινής τέχνης, σφήνες πελώριες στις απότομες πλαγιές, μετέωρα, σου προκαλούν αίσθημα φόβου. Ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο και οι Λαγκαδινοί μαστόροι τον έχτισαν. Παράδοση αιώνων σβήνει αργά. Τα μπετά και τα τούβλα αντικατέστησαν την πέτρα. Το σμίλεμα και το κτίσιμό της, τέχνη που πήγαινε από πατέρα σε παιδί, μυστικό λίγων μαστόρων σήμερα, χάνεται καθώς οι νεώτεροι Λαγκαδινοί γραμματίζονται. Μα και στα γράμματα πρόκοψαν και προκόβουν οι Λαγκαδινοί. Καθηγητές Πανεπιστημίου, επιστήμονες με φήμη πέρα από τα σύνορα της χώρας, Υπουργοί, πρωθυπουργός… Κι όλοι αγαπούν τον τόπο που γεννήθηκαν, το τόπο που γεννήθηκαν οι πατεράδες του. Απόδειξη τούτο: Πολλά παλιά σπίτια επισκευάζονται για την καλοκαιρινή περίοδο. Είναι και το νέο τουριστικό ξενοδοχείο με την ωραιότατη πρόσοψη που φιλοξενεί αρκετούς.

Καθώς η ματιά μου βυθίζεται από την πλατεία στην κοιλάδα, πέρα στη συμβολή των μικρών ποταμών, με τα δύο βουνά που τριγωνικά συγκλίνουν, αυλαία, και το τρίτο βουνό προβάλλεται στο άνοιγμα, σκηνικό πελώριου, γιγάντιου αμφιθεάτρου, τα σπίτια φαντάζουν θεατές που παρακολουθούν την ιεροτελεστία του φθινοπώρου! Κι αν έχεις την τύχη το βραδάκι να δεις την πυκνή ομίχλη να μπαίνει μεγαλόπρεπα και να κλείνει την αυλαία του φανταστικού θεάτρου, τότε άνθρωπε παύεις να είσαι θεατής. Γίνεσαι πολίτης του σύμπαντος. Ο κάθε σου δρόμος προβάλλεται στον ορίζοντα, το κάθε δέντρο ορθώνεται έτσι που ως τώρα ποτέ δεν είδες. Κάθε στροφή, κάθε πλαγιά, κάθε κορυφή φτάνει ως τα αστέρια. Ο λευκός μανδύας τυλίγει με τη διαστημική του υφή, τα πάντα εδώ. 

Και την ημέρα; Ένα χιλιόμετρο από την έξοδο του χωριού σε περιμένει σπάνιο θέαμα. Από μια φυσική βεράντα μπορείς να απολαύσεις τη συνέχεια της κοιλάδας. Το βλέμμα ανεμπόδιστο σαρώνει δεκάδες χιλιόμετρα για να ακουμπήσει στις μόλις διακρινόμενες κορυφές των νήσων του Ιονίου. Το πανόραμα των βουνών, η φιδίσια ροή του ποταμού στο βάθος, οι πανύψηλοι βράχοι, φύλακες ακοίμητοι της φυσικής καλλονής, στα αυτιά σου οι μακρινοί απόηχοι του κόσμου, ένα συμφωνικό ποίημα που ζητά τον Σμέτανά του.

Και έρχεται η ώρα της αναχώρησης. Φεύγεις κι ένα αίσθημα ενοχής φωλιάζει μέσα σου. Πήρες, πήρες μα δεν έδωσες τίποτα. Φτάνοντας στην πρωτεύουσα κρατάς τα οφέλη της άνισης συναλλαγής εφόδια στην πάλη με τη βουή, τα καυσαέρια, την οπτική μονοτονία, την ασχήμια, το νευρικό ρυθμό ζωής.

 Κι αν κουραστείς: Μη νικηθείς.

Ο δρόμος σου εκεί πάλι ας οδηγεί.

Β ρ α δ υ ν ή   /1971

About the Author

Γιάννης Πάτσης

Γιάννης Πάτσης

Θεατρικός συγγραφέας

Άνθη της Πέτρας

newlogo23Μη κερδοσκοπικό Σωματείο
«Φίλοι Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής -
ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ»
Διεύθυνση:
28ης Οκτωβρίου 55
Νέα Πεντέλη Τ.Κ. 15236

 

Ακολούθησέ μας

Facebook
Twitter
YouTube
Googleplus

 

Newsletter