Ο Τόπος της Πολιτισμικής Μνήμης

2ο ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ

1ο ΘΕΡΙΝΟ ΣΧΟΛΕΊΟ ΑΥΛΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

Λαγκάδια – Δημητσάνα – Ιουλ-Αύγ. 2018 Στρογγυλό Τραπέζι: ‘Η Πολιτιστική Κληρονομιά ως Κοινός Τόπος’

Βασίλης Γκανιάτσας : Ο Τόπος της Πολιτισμικής Μνήμης (Σημειώσεις ομιλίας)

Στο πλαίσιο της κοινής θεματικής της σημερινής συζήτησης μεταξύ του 2ου Εργαστήριου Πέτρας και Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής, που έγινε στα Λαγκάδια, και του 1ου Θερινού Σχολείου Αυλής Κληρονομιάς με θέμα ‘Ο Αγροτικός Χώρος ως Πολιτιστική Κληρονομιά’, που έγινε στη Δημητσάνα, για την αναζήτηση του κοινού τόπου της υλικής και Αυλής πολιτισμικής κληρονομιάς, θεώρησα σκόπιμο να σας μιλήσω ακριβώς γι αυτόν τον κοινό τόπο, δηλαδή τον τόπο συνάντησης, σύγκλισης, σύμπτωσης και συνέργειας των δύο αυτών μορφών κληρονομιάς και άρα τον τόπο συνάντησης των δύο εργαστηρίων. Αυτός ο κοινός τόπος θα θεωρηθεί στη συνέχεια τόσο κυριολεκτικά, ως ο κοινός γεωγραφικός χώρος, όσο και μεταφορικά ως η κοινή πολιτισμική θεματική και το κοινό πολιτισμικό απόθεμα.

Στην κοινή για τα δύο εργαστήρια εναρκτήρια ομιλία μου με θέμα ‘Η Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική ως Άυλη και Υλική Κληρονομιά’, είχα τονίσει ιδιαίτερα την απατηλή διαφοροποίηση μεταξύ υλικής και άϋλης κληρονομιάς τονίζοντας ότι η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, η αρχιτεκτονική της βαριάς πέτρας εδώ στη Γορτυνία φέρει ένα ακόμα βαρύτερο υπόβαθρο – αυτό τη άυλης κληρονομιάς που την υποστηρίζει και τη νοηματοδοτεί. Την υποστηρίζει με την ‘άϋλη’ μαστορική γνώση και την νοηματοδοτεί εντάσσοντάς τη στο πολιτισμικό συνεχές μέσα από ιστορίες, θρύλους, τραγούδια, ήθη, έθιμα και παραδόσεις που σχετίζονται με την τέχνη της πέτρας. Θα μπορούσαμε να πούμε, σύμφωνα με το ποίημα του Τίτου Πατρίκιου που μας απήγγειλε χτες ο ίδιος, ότι ή παραδοσιακή αρχιτεκτονική είναι ‘τα φτιαγμένα’, ενώ η άϋλη κληρονομιά είναι ‘τ ‘ αθέατα που περιμένουν να τα φτιάξεις’.

Πρέπει να πούμε εδώ ότι ο όρος ‘άϋλη’ κληρονομιά δεν είναι τόσο εύστοχος όσο ο όρος immaterial στην Γαλλική γλώσσα απ΄ όπου τον δανειστήκαμε. Ίσως ο όρος ‘χειροπιαστό’ από τoν αγγλικό όρο ‘intangible’ να είναι πιο σωστός αφού η βασική διαφορά υλικής και άϋλης κληρονομιάς έγκειται στη διαφοροποιημένη έκφραση – χειροπιαστή/υλική και μη – που όμως αναδύεται από μια κοινή πραγματική και συγκεκριμένη υπόσταση που είναι κατασκευασμένη με τον ιδιαίτερο τρόπο των πολιτισμικών πρακτικών που την διαμόρφωσαν. Τελικά, πολιτισμός είναι οι συγκεκριμένες επιλογές, αλλά και οι εξίσου συγκεκριμένες απορρίψεις, που μορφοποιούν το μοναδικό ως επιλεγμένο, φτιαγμένο και υιοθετούμενο ως εκφραστή της πολιτισμικής ζωής.

Το κατ εξοχή κοινό θέμα της κληρονομιάς, χειροπιαστής και μη, υλικής και άϋλης, που απασχόλησε φέτος τα δύο εργαστήρια ήταν το αγροτικό τοπίο, που αποτελεί μια μορφή πολιτισμικού τοπίου που συμπυκνώνει με τον καλύτερο ίσως τρόπο την υλική και άϋλη κληρονομιά της σχέσης της ανθρώπινης κατοίκησης με το φυσικό περιβάλλον. Το Θερινό Σχολείο ασχολήθηκε με την ερμηνεία των άϋλων πολιτισμικών πρακτικών θεωρούμενων ως πολιτισμικών πρακτικών και έτσι επιχείρησε την ενεργοποίηση του τοπικού πολιτισμικού δυναμικού, ενώ το Εργαστήρι Πέτρας και Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής αντίστοιχα ασχολήθηκε με τις δυνάμεις που διαμορφώνουν το αγροτικό τοπίο και επιχείρησε την ερμηνεία του μέσα από αποκαταστάσεις των ανθρώπινων κατασκευών όπως ξερολιθιές, αλώνια, κρήνες, μύλους και αγροτικά κτίσματα.

Αυτή η αμφίδρομη, συμπληρωματική και ‘συνεργειακή’ σχέση και συνθεώρηση υλικής και άϋλης κληρονομιάς, που προσπαθώ να αρθρώσω με θεωρητικό λόγο, μπορεί να βρει κανείς διατυπωμένη έμπρακτα στις φωτογραφίες του Σπύρου Μελετζή στο λεύκωμα ‘Σπύρος Μελετζής: Η Ιστορία γράφεται… και με φίλμ’. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτή η μορφή διατύπωσης της σχέσης άϋλης και υλικής κληρονομιάς σε ένα άϋλο μέσο που είναι η φωτογραφία. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η φωτογραφία είναι κατ εξοχήν άϋλη αφού χρησιμοποιεί μόνο φως, ή μάλλον την αντανάκλαση του φωτός πάνω στην ύλη αν και, σε όλες τις περιπτώσεις, αυτό το φως είναι το φως του συγκεκριμένου τόπου, το τοπικό φως ως μέρος του πολιτισμικού τοπίου.

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και για τα δύο εργαστήρια που επιχειρούν ερμηνείες ως κατασκευές – υλικές και άϋλες – να δούμε πως οι φωτογραφικές ‘κατασκευές’ του Μελετζή ως συνθεωρήσεις υλικής και άϋλης κληρονομιάς εναποτίθενται στο σώμα της άϋλης κληρονομιάς. Ή μήπως και στο σώμα της υλικής, αν σκεφτούμε ότι οι πρωτότυπα τυπωμένες φωτογραφίες αποτελούν ιστορικά πλέον υλικά τεκμήρια;

Διάλεξα 10 αντιπροσωπευτικές φωτογραφίες για να δείξω αυτό που υποστηρίζω.

01 Παρθενώνας

Στην πρώτη φωτογραφία (Εικ. 1), που εστιάζει στους κίονες του Παρθενώνα, διαπιστώνουμε μια ακραία περίπτωση υλικής κληρονομιάς αποτυπωμένη στο σκληρό πεντελικό μάρμαρο. Θα λέγαμε ότι η φωτογραφία αυτή αποτυπώνει ένα κατ εξοχήν μνημείο – ένα εμβληματικό μνημείο της υλικής κληρονομιάς. Όμως, αυτό το μνημείο φέρει όλη τη γνώση της φιλοσοφίας, της γεωμετρίας αλλά και της φυσιολογίας του ανθρώπινου ματιού ώστε να συγκεράσει το έλλογο πολιτισμικό στοιχείο του ορθού λόγου και των μαθηματικών με τις καμπύλες της φύσης, αφού τελικά όλες οι γραμμές του Παρθενώνα φαίνονται ευθείες μόνο μέσα από την πραγματική τους χάραξη ως καμπύλες.

Βάσσες Επικούρειος Απόλλων 1957 60

Στη δεύτερη φωτογραφία (Εικ. 2), που δείχνει το ναό του Απόλλωνα στις Βάσσες, η φύση δεν είναι ενσωματωμένη στην ανθρώπινη κατασκευή αλλά συνυπάρχει χωρικά παράλληλα με αυτή. Το επιβλητικό τοπίο του Κοτύλιου και το ιδιαίτερο μικροκλίμα του συγκεντρώνεται από την παρουσία του ναού που διαμεσολαβεί μεταξύ ουρανού και γης, θνητών και θεών – το περίφημο τετραμερές (Geviert) της υπαρξιακής φιλοσοφίας του Heidegger.

03

Caspar David Friedrich Wanderer above the sea of fog

Στην Τρίτη φωτογραφία (Εικ. 3), ο άνθρωπος συνυπάρχει και διαλογίζεται μέσα στη φύση. Ο ίδιος ο Μελετζής αποτυπώνει την παρουσία του στον Μύτικα, θυμίζοντάς μας τον ‘περιπλανώμενο πάνω από τη θάλασσα της ομίχλης’ του ρομαντικού ζωγράφου Caspar David Friedrich. (Εικ.3β)

 04

Στην Τέταρτη φωτογραφία (Εικ. 4), μια Σαρακατσανοπούλα από την Αλεξανδρούπολη γνέθει ασκώντας μια πανάρχαια πρακτική που αποτυπώνεται και στην παραδοσιακή φορεσιά της. Το υλικό και το άϋλο, η τέχνη και η πρακτική του γνεσίματος, κυριολεκτικά συνυφαίνονται για την δημιουργία μιας υλικής κληρονομιάς αλλά και μιας άϋλης που αναδύεται απ’ αυτή.

05 Βοσκοπούλα από τις Φιλιάτες 1948

Στην Πέμπτη φωτογραφία (Εικ. 5), μια άλλη χωριατοπούλα από τις Φιλιάτες, ένα άλλο τόπο και μια διαφορετική φορεσιά, παίζει φλογέρα. Σχεδόν ακούμε τον ήχο μέσα από την έκφραση της κοπέλας και την κίνηση των δακτύλων. Η μουσική, η κατ εξοχήν άϋλη κληρονομιά συνδέεται με την υλική και συνυπάρχει.

06 Μετά τον κεραυνό Ολυμπος 1947

Στην έκτη φωτογραφία (Εικ. 6), υλικό και άϋλο συνυπάρχουν αυτή τη φορά χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση. Ένας κεραυνοβολημένος κορμός δέντρου κάπου στην Ήπειρο γίνεται μάρτυρας μιας άϋλης δύναμης της φύσης πάνω σε ένα φυσικό δημιούργημα. Σε αυτή τη φωτογραφία αποτυπώνεται ένα στιγμιαίο φυσικό φαινόμενο που εμπλέκει το υλικό και το άϋλο, μια άϋλη δύναμη που αφήνει σημάδι πάνω στην ύλη.

07 ο ποταμος Αχέρων 1970

Στην έβδομη φωτογραφία (Εικ. 7), έχουμε άλλη μια έκφραση της φύσης ως διάρκεια, τη ροή του Αχέροντα που στο πέρασμα του χρόνου έχει γίνει αποδέκτης ποικίλων θρησκευτικών, μεταφυσικών, λαϊκών δοξασιών και θρύλων. Το ρευστό υλικό υπόβαθρο του ποταμού γίνεται αποδέκτης της εξίσου ρευστής μνήμης του τόπου.

08

09 Ψίκι μετά τα στέφανα Βίτσα 1938

10

Τέλος, τρείς φωτογραφίες (Εικ. 8,9,10) που αποτυπώνουν άϋλες πολιτισμικές πρακτικές στον φυσικό τόπο των παραδοσιακών οικισμών. Στην πρώτη απ αυτές μια παρηγορία από το Μοναστήρι Θεσσαλίας με τη δημιουργία του τραπεζιού στο χώρο, στη δεύτερη ένα ψίκι, δηλαδή συνοδεία μετά το γάμο στη Βίτσα που περνάει απ΄όλο το χωριό. Στην τελευταία αποτυπώνεται μια καθημερινή μέρα στο παζάρι της Παραμυθιάς όπου κάτοικοι, πραματευτές, προϊόντα βρίσκονται σε συνεχή κίνηση στο σταθερό φόντο του παραδοσιακού οικισμού. Στην φωτογραφία αυτή είναι εμφανής η λειτουργία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής ως συμμέτοχου και μάρτυρα, και όχι μόνο ως τεκμήριου, της πολιτισμικής ζωής που άλλοτε αποτυπώνεται στο χώρο και άλλοτε πάλι όχι.

Όλες οι προηγούμενες περιπτώσεις αφορούν στην τοπικότητα της μνήμης και σε αυτή την τοπικότητα θα ήθελα να σταθώ και να εξετάσουμε στις υλικές και άϋλες διαστάσεις του.

Η έννοια του τόπου κυριολεκτικά, ως φυσική διάσταση, αφορά στις χωρικές ιδιότητές του, όπως ακριβώς τον ορίζει ο Αριστοτέλης στα Φυσικά. Με αυτήν την έννοια ο τόπος αποτελεί ένα σκληρό κέλυφος που εκφράζεται προς τα έξω ως τοπική χωρική ιδιαίτερη μορφή, ως τοπική ταυτότητα, ως ιδιαίτερος χωρικός χαρακτήρας που αυτοπροσδιορίζεται με υλικούς όρους, ενσωματώνει τις πολιτισμικές πρακτικές αλλά και αυτονομείται ως οντολογική ενότητα ικανή να επηρεάζει με τη σειρά της τις πολιτισμικές πρακτικές.

Αυτός ο τόπος αποτελεί την υλική προβολή της πολιτισμικής μνήμης, τον κοινό φυσικό τόπο της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας μιας κοινωνικής ομάδας.

Η άλλη έννοια του τόπου, μεταφορικά, αυτή τη φορά ως άϋλη περιοχή όπου συγκλίνουν κοινές ιδιότητες και χαρακτηριστικά, αφορά στις ιδιότητες ενός τόπου ως κοινής θεματικής ανεξάρτητα από τη φυσική χωρική του προβολή. Ο τόπος με την μεταφορική έννοια χαρακτηρίζεται, όμοια με τον φυσικό τόπο, από ιδιαίτερες ιδιότητες που τον χαρακτηρίζουν και έτσι τον καθιστούν πραγματικό αν και χωρίς υλική υπόσταση. Αυτή την έννοια του τόπου περιγράφει ο Αριστοτέλης στη Ρητορική, ως μνημονική τεχνική των ρητόρων. Με αυτήν την έννοια ο τόπος προσδιορίζεται προς τα έσω ως το μαλακό και εύπλαστο σώμα που μπορεί να πάρει περισσότερες από μία φυσικές χωρικές εκφράσεις. Αυτός ο τόπος ετεροπροσδιορίζεται με βάση τις μεταβαλλόμενες στο χρόνο πολιτισμικές πρακτικές. Για το λόγο αυτό, αυτός ο τόπος της μνήμης έχει ονομαστεί και φορητή μνήμη (portable memory).

Στις περισσότερες περιπτώσεις ο φυσικός τόπος αποτελεί τον τόπο της πολιτισμικής μνήμης, το χώρο προβολής και ενσωμάτωσης των πολιτισμικών πρακτικών. Στην περίπτωση αυτή υλική και άϋλη κληρονομιά συμπίπτουν χωρικά.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που η φορητή μνήμη, ο τόπος της πολιτισμικής μνήμης ως άϋλη διάσταση διαφέρει από την υλική διάσταση του τόπου διαβίωσης.

Μερικά παραδείγματα για να φανεί καλύτερα το σημείο αυτό:

  1. Στην περιοχή του St. Denis στο Παρίσι, εμβληματικός τόπος της εθνικής ταυτότητας των Γάλλων όπου έχουν ταφεί σχεδόν όλοι οι βασιλείς τους, διαμένουν εδώ και 3 γενεές Νιγηριανές κοινότητες που ασκούν τις πολιτισμικές τους πρακτικές σε ένα ξένο χωρικό περιβάλλον. Ίσως είναι καιρός δικαιωματικά να αλλάξουν το χώρο ζωής τους ώστε ο τόπος των πολιτισμικών τους πρακτικών να εκφράζεται στο φυσικό καθημερινό χώρο ζωής τους.
  2. Μετά την αλλαγή των συνόρων που ακολούθησε το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, πολωνοί από τα ανατολικά σύνορα της χώρας μεταφέρθηκαν στα δυτικά της χώρας. Η σημερινή πόλη Wroclaw είναι η πρώην γερμανική πόλη Breslau. Φανταστείτε ότι ένας μεγάλος πληθυσμός ανθρώπων κλήθηκε να εγκατασταθεί σε μια πόλη που έφερε τα πολιτισμικά αποτυπώματα όχι απλά μιας άλλης χώρας αλλά της χώρας που προξένησε αυτή τη μετοίκηση. Αυτοί οι κάτοικοι μετέφεραν τις πολιτισμικές τους πρακτικές σε ένα ξένο –κυριολεκτικά εχθρικό – περιβάλλον. Σε ένα συνέδριο που έγινε στο Amherst της Μασσαχουσέτης, ο διάσημος γεωγράφος και θεωρητικός της κληρονομιάς David Lowenthal ρωτήθηκε τι πρέπει να γίνει ώστε οι κάτοικοι να οικειοποιηθούν το νέο περιβάλλον ζωής τους. Ο Lowenthal απάντησε ότι το χτισμένο περιβάλλον της πόλης έχει μια αδράνεια και μια αυτονομία και δεν μπορεί να αλλάξει εύκολα. Η πρώτη γενιά θα πρέπει να ανεχθεί αυτή την αλλαγή, η δεύτερη που θα μεγαλώσει μέσα σε αυτή θα την οικειοποιηθεί ευκολότερα ενώ οι επόμενες γενεές θα το μεταβάλουν ώστε να ανταποκρίνεται στις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των κατοίκων. 5 Είναι νομίζω φανερό με τα δύο αυτά παραδείγματα το πρόβλημα της πολιτισμικής έκφρασης και ταυτότητας των πολύ-πολιτισμικών σημερινών πόλεων.

Μετά τα προηγούμενα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο τόπος της πολιτισμικής μνήμης διακρίνεται από μια διπλή οντολογία ανάλογα με το σημείο θέασης. Τον τόπο της πραγματικής υλικής υπόστασης που διακρίνεται από οντολογική αυτονομία, αν υιοθετήσουμε την οπτική γωνία του τόπου και τον εξίσου πραγματικό και συγκεκριμένο τόπο των κοινών ιδιοτήτων και της ιδιαιτερότητας των πολιτισμικών πρακτικών που μπορεί να θεωρηθεί ως οντότητα δυνάμει της οντότητας της πολιτισμικής μνήμης αν υιοθετήσουμε την οπτική γωνία των κοινωνικών πρακτικών. Αυτή η διπλή οντολογία του τόπου, ο φιλόσοφος Jeff Malpas θα την αποκαλούσε διττή τοπο-λογία, σύμφωνα με τη θεωρία του Martin Heidegger. Mε άλλους όρους θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο τόπος ως μεταφορική έννοια αφορά στην έννοια του γεωμετρικού τόπου της ευκλείδειας γεωμετρίας ως τόπου σύγκλισης και συγκερασμού συγκεκριμένων ιδιοτήτων, ενώ ο τόπος στη φυσική του διάσταση αφορά στις γεωμετρικές κατασκευές, με κανόνα και διαβήτη, αυτών των γεωμετρικών τόπων ή ακόμα και στις φυσικές / τεχνολογικές εφαρμογές τους.

Στον κοινό υλικό και φυσικό τόπο της Γορτυνίας και πιο συγκεκριμένα στους οικισμούς των Λαγκαδίων και της Δημητσάνας καθώς και στον άϋλο τόπο της κοινής πολιτισμικής τους κληρονομιάς, τα δύο εργαστήρια/σχολεία νομίζω ότι άφησαν πίσω τους ένα χνάρι, μια πολιτισμική εγγραφή στη μνήμη του τόπου. Το Θερινό Σχολείο μέσα από την εμπλοκή του με τους κατοίκους και τις τοπικές κοινωνικές ομάδες επιχείρησε ένα ερέθισμα, εν είδει τοπικού ‘βελονισμού’, για την ενεργοποίηση της τοπικής άϋλης μνήμης και τη διατήρησή της ως ενεργού διαδικασίας και πολιτισμικής πρακτικής. Το Εργαστήριο Πέτρας και Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής αντίστοιχα επιχείρησε να συμβάλει στις διαδικασίες γένεσης του πολιτισμικού τοπίου μέσα από διαδικασίες μίμησης και συμμετοχής στις πρακτικές χτισίματος της πέτρας. Πιο συγκεκριμένα, το Εργαστήριο Πέτρας και Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής, για το οποίο είχα πλήρη εποπτεία σε αντίθεση με την ευκαιριακή συμμετοχή μου ένα απόγευμα στο Θερινό Σχολείο, επιχείρησε να συμβάλει στις ίδιες τις διαδικασίες κατασκευής της πολιτισμικής μνήμης μέσα από τρείς άξονες δράσης και ποιητικής.

1) Πρώτος άξονας και σημαντικότερος ήταν αυτός της Μιμητικής μνήμης, της μίμησης της μαστορικής πράξης δίπλα σε πρωτομάστορες της πέτρας από τα Λαγκάδια την Ήπειρο και το Πεντάλοφο Κοζάνης. Σύμφωνα με τον Rene Girard, οι ανθρώπινες πράξεις, ιδιαίτερα αυτές που αφήνουν πίσω τους ποιητικά, δηλαδή κατασκευασμένα, δημιουργήματα, δεν μπορούν ποτέ να κωδικοποιηθούν και για το λόγο αυτό η μίμηση είναι ο μόνος τρόπος εκμάθησης της τέχνης. Έτσι, η γνωστή ρήση ‘κάνε ό,τι κάνω’ του μάστορα προς τον μαθητευόμενο ήταν ο κορμός αυτού του είδους μνήμης. Πάνω σε αυτό το είδος άλλωστε βασίζεται η άλλη γνωστή ρήση ότι ‘η τέχνη δεν μαθαίνεται ποτέ αλλά κλέβεται’, δηλώνοντας την ικανότητα του μαθητευόμενου να υπερβεί την επανάληψη της πράξης του μάστορα δασκάλου και να πάρει πρωτοβουλίες. Κατά τη διάρκεια του εργαστηρίου αυτή η μιμητική μνήμη ασκήθηκε σε καθημερινή βάση ως επανάληψη της διαχρονικής σχέσης δάσκαλου και μαθητή, μάστορα και μαστορόπουλου. Έτσι, με την αναγκαία μιμητική μνήμη προκειμένου να γίνει μια κατασκευή, ασκήθηκε ταυτόχρονα μια πολιτισμική πρακτική που ανήκει στην άϋλη κληρονομιά και με περισσή χαρά οι πρωτομάστορες έβλεπαν να μεταδίδεται στην επόμενη γενιά μαστόρων. 6

2) Δεύτερος άξονας κατάκτησης της πολιτισμικής μνήμης και στη συνέχεια συμβολή σε αυτή ήταν η επικοινωνιακή μνήμη, δηλαδή αυτή που μεταφέρεται μέσω της γλώσσας που με τη σειρά της μεταφέρει τη μνήμη από γενιά σε γενιά. Αυτό το είδος μνήμης έχει μελετήσει από τον προηγούμενο αιώνα ο κοινωνιολόγος Maurice Halbwachs, που υποστήριζε ότι δεν υπάρχει προσωπική μνήμη και ότι κάθε μνήμη είναι συλλογική. Στην περίπτωση της επικοινωνιακής μνήμης, η μνήμη είναι κοινή σε αυτούς που ομιλούν την ίδια γλώσσα. Η κοινή γλώσσα βοήθησε στην εξήγηση, στην ερμηνεία και την καθοδήγηση της τέχνης επικουρικά με την κυρίαρχη μιμητική μνήμη.

3) Τρίτος άξονας της πολιτισμικής μνήμης, είναι η μνήμη των αντικειμένων, που στην περίπτωση του Εργαστηρίου Πέτρας και Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής ήταν τα κτίσματα της πέτρας, μικρά και μεγάλα, δημόσια και ιδιωτικά, μνημειακά και ταπεινά αλλά και το ευρύτερο αγροτικό τοπίου που τα περιλαμβάνει ως ένα είδος αντικειμένου μεγάλης κλίμακας. Γι αυτό το είδος πολιτισμικής μνήμης έχει επίσης μιλήσει ο Maurice Halbwachs με τον προσδιορισμό ‘entourage materiel’, αναφερόμενος στην δύναμη των αντικειμένων να συνοδεύουν τις πολιτισμικές πρακτικές. Αυτή η μνήμη ανακτήθηκε από τις πέτρινες κατασκευές των Λαγκαδίων μέσω της επίδειξης της τέχνης της πέτρας σε επιλεγμένα κτίσματα αλλά και ερείπια από τους μάστορες δασκάλους. Ιδιαίτερα σημαντική σε αυτή τη διαδικασία ήταν η επισήμανση λαθών και η διάκριση του καλού μάστορα από τον λιγότερο ικανό όπως μαρτυρούν τα χτισμένα έργα τους. Κατά τη διάρκεια αυτής της επιδεικτικής δράσης τονίστηκε η σημασία του να μεγαλώνει κανείς σε ένα περιβάλλον πέτρινων κατασκευών και έτσι να διαμορφώνει ήδη από την παιδική του ηλικία την εικόνα της πέτρινης κατασκευής και πιο συγκεκριμένα την εικόνα της σωστής κατασκευής.

11

Το Εργαστήριο όχι μόνο βασίστηκε και άντλησε και από τα τρία είδη μνήμης, αλλά επιπλέον συνέβαλε σε αυτές, αφού οι 7 μέρες του εργαστηρίου άφησαν πίσω τους εκτός από τη μνήμη μιας πολιτισμικής δράσης που οι κάτοικοι θα θυμούνται για καιρό και συγκεκριμένα έργα της πέτρας, εκπαιδευτικά στο χώρο του ΚΕΠ Λαγκαδίων (Εικ. 11), αλλά και πραγματικά έργα ως κοινωνική προσφορά στον τόπο που τους έμαθε και τους φιλοξένησε.

12 Επί τω έργω στο παλιό αλώνι

13 Μερική ανασύσταση του κτίσματος

14

Η ανασύσταση ενός γκρεμισμένου κτιρίου και ενός κατεστραμμένου αλωνιού και της αναλημματικής ξερολιθιάς στην περίμετρό του στη Ντραϊνα (Εικ. 12-14), ενός παλιού οικισμού και στη συνέχεια επέκταση του ζωτικού χώρου του οικισμού των Λαγκαδίων, ξύπνησε μνήμες της έντονης χρήσης και κατοίκησης του χώρου ενώ αποκατέστησε την εικόνα των ανθρώπινων έργων στο τοπίο. Στην ίδια περιοχή αποκαταστάθηκε η εμβληματική ροοκρήνη της Ντραϊνας, που τη βρήκαμε ολοσχερώς κατεστραμμένη με μόνες τις δίδυμες γούρνες να θυμίζουν τη πιο σημαντική ίσως ροοκρήνη της περιοχής.

15 Ροοκρήνη Ντράϊνας Μάρτιος 2018

16 17 Η Αποκατάσταση της Ροοκρήνης

18 Παράδοση του έργου στην τοπική κοινωνία και τον τόπο

19

Η ροοκρήνη αποκαταστάθηκε στην αρχική της μορφή και μπορεί πλέον να αποτελέσει τοπόσημο της περιοχής και σημαντικό σημείο εισόδου στο ευρωπαϊκό πιστοποιημένο μονοπάτι Mainalon trail. (Εικ. 15-19)

Τα δύο εργαστήρια/σχολεία συνέβαλαν, το καθένα με τον τρόπο του και τους ιδιαίτερους στόχους του, στην πολιτισμική μνήμη του τόπου, στις υλικές και άϋλες διαστάσεις του και στην ευρύτερη κουλτούρα του τόπου, που ο Yuri Lotman ορίζει ως τη μνήμη της κοινωνίας που δεν μεταφέρεται στα γονίδια, αν και δεν είμαι τόσο σίγουρος γι αυτό.

About the Author

Βασίλης Γκανιάτσας

Βασίλης Γκανιάτσας

Αρχιτέκτων, Καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, Συντονιστής του Επιστημονικού Συμβουλίου των Ανθέων

Άνθη της Πέτρας

newlogo23Μη κερδοσκοπικό Σωματείο
«Φίλοι Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής -
ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ»
Διεύθυνση:
28ης Οκτωβρίου 55
Νέα Πεντέλη Τ.Κ. 15236

 

Ακολούθησέ μας

Facebook
Twitter
YouTube
Googleplus

 

Newsletter