Μάστορας Νικήτας

Μάστορας Νικήτας

Ο Μάστορας Νικήτας

Από το διήγημα «Προς ιατρόν κον Δημοσθένη ΕΝΤΑΥΘΑ» της Άννας Στάικου

Επιστολή έβδομη 

«Πριν μερικά χρόνια-που δε δύναμαι να θυμηθώ-μία ωραία μέρα της Άνοιξης, γνωριστήκαμε τυχαία με τον μάστορα Νικήτα.

Επέστρεφα καβάλα στον Ύπατο (τον γάιδαρο) που χρησιμοποιούσα τότε ως νοσοκομειακό μέσο μεταφοράς, σε απομακρυσμένους επαρχιακούς τόπους στον Μοριά.

Μόλις είχε τελειώσει η επίσκεψη στο χρόνιο ασθενή μου σε τόπο της Αρκαδικής γης, λίγο πιο πέρα από την στρυφνή κούρμπα μονοπατιού στο Παρθένι.

Ο Ύπατος καμαρωτός , πατούσε τα χαμομηλάκια, μυιγάκια τσαλαβουτούσαν στην ράχη του και στα ρουθούνια, μοσχοβόλαγε ο τόπος από το θυμάρι και τα ανθάκια, και με τύλαγε η χαρά και η ευδαιμονία για τρεις πολύ σοβαρούς λόγους:

Ο πρώτος λόγος ήταν που ο χρονίως πάσχων ευρίσκετο σε ανάταξη, αίφνης σήμερα κελάηδαγε σα καρδερίνος, άδοντας στο ανώι της πετρόκτιστης οικίας μια δημώδη παραλογή.

Κατά την αναχώρησή μου , με ακολούθησε, μέχρι το δρόμο. Αυτό είχε να το κάνει κοντά ένα χρόνο.

Στου Ύπατου τη ράχη κρέμονταν δυο καλαθούνες. Εκεί τακτοποιούσα φάρμακα, νοσοκομειακό υλικό και τα χρειώδη της πρώτης ιατρικής θεραπείας.

Από πάνω τυλιγμένο με πετσέτα έβανα το ζυμωτό καρβέλι της κυράς του ασθενούς μου.

Απομακρύνθηκα χαρούμενος.

Ο δεύτερος λόγος, ήταν οι αρωματικές ριπές από το ποτάμι των ενδημικών φυτών του Παρθενίου, τα κυματοειδή χρώματα, οι εκατοντάδες πεταλούδες, ο χορός των σκιερών δέντρων με το φως που ορμούσε στα φυλλώματα για τα καλά. Στις ράχες ζαλιζόμουν, και τότε τό ‘ριχνα στους εκκλησιαστικούς ψαλμούς και στα τροπάρια.

Εύρισκα την ευκαιρία όταν ήμουν κατάμονος και έπαυε η ντροπή, μιάς και εγεννήθην φάλτσος.

Όταν τελείωνα, φανταζόμουν ότι η γύρη που έφερνε γυροβολίες ήταν το ακροατήριο και με χειροκροτούσε.

Για φαντάσου!

Και ο τρίτος λόγος της ευδαιμονίας μου, ήταν η γυναίκα μου.

Κάθε Άνοιξη γινότανε μπουμπούκι. Ετσι την έβλεπα.

Αλλά η κυρά μου παραμένει απερίγραπτη στο χαρτί.

Γράφεται μόνο στα σωθικά μου.

Και εγώ ως γιατρός σοβαρός τα σπλάχνα μου δεν τα εκθειάζω.

Στην παρακάτω φιδίσια στροφή της ράχης ταρακουνήθηκα από ένα άτσαλο ανεπαίσθητο γλίστρημα της δεξιάς οπλής του Ύπατου. Τον σταμάτησα με ένα βροντώδες μπρρρ, για ένα ολιγόλεπτο στασιό από την κούραση.

Ξεπέζεψα, τα δέντρα ήταν πυκνά, και στην κατωφέρεια με έκπληξη διέκρινα, ακουμπισμένο στο απλωτό, ένα νεοφυτρωμένο ξωκλησάκι.

Κάποιος άντρας απ ότι μπορούσα να δω γύρω στα 50, καθόταν απόμακρα και το περιεργαζόταν. Το κοιτούσε όπως έκανε ένας μεγάλος ζωγράφος, σε ελαιογραφία μεγάλων διαστάσεων, επικών θεμάτων, με λεπτομέρειες πυκνές και πολλαπλές συνδέσεις, όπου το χρώμα στο τελικό στάδιο απογείωνε το όλον έργο σε διάσταση αθανασίας.

Μου έκανε εντύπωση και έσπευσα να τον συναπαντήσω.

Χάιδεψα το ζερβί αυτί του Υπάτου (συνθηματικό αναμεταξύ μας) και κατηφόρισα την μικρή πλαγιά, αφού τράβηξα το καρβέλι και το παγούρι με το νερό από την καλαθούνα-αποσκευή μου.

Η μορφή του αντρός που αντίκριζα, μου φάνηκε σαν κοψιά αγίου.

Όλο αυτό το μετέφρασα σημάδι θεϊκό που όμως ως τέτοιο δεν θα το μοιραζόμουν, γιατί ίσως έχανα από το κύρος μου το ιατρικό.

Πλησίασα, κι ο άντρας ξαφνιασμένος με υποδέχτηκε, έκανε χώρο στην πέτρινη πεζούλα να καθίσω, απλώσαμε το καρβέλι, έβανα το νερό, εκείνος έσπρωξε μια φούχτα σε χαρτί λαδένιο τις ελιές και δώκαμε τις γνώρες.

«Δημοσθένης, ιατρός», είπα.

«Νικήτας, μάστορας της πέτρας», είπε.

Φορούσε ένα μαντήλι με ρίγες στην κεφαλή,

Με πιασμένους 4 κόμπους για να σφηνώνει στο μέτωπο.

Ντράπηκε –ίσως για τη δουλειά μου-την θεώρησε σεβαστική και τράβηξε το μαντήλι σα να αφαιρούσε ημίψηλο καπέλο με ρεβέρ και φόδρα γκρό.

Το δέντρο μια κερασιά στο πεζούλι δίπλα, βάλθηκε να μας σκορπά λέλουδα και φυλλαράκια στις ελιές , χωρατέψαμε, φάγαμε και κάμποσα από δαύτα και αμίλητοι κοιτάζαμε το έργο του Νικήτα.

Ξωκλήσι. Τάμα ενός πατριώτη μας, που ζει εδώ και πολλά χρόνια στα ξένα.

Με όνομα Άγιος –Ανδρέας.

Ο Νικήτας μιλούσε λίγο. Μου εξήγησε ότι τις επόμενες μέρες παραδίνει το κτίσμα. Τούτες τις στερνές ώρες, μελετούσε τις πινελιές.

Βάλθηκα να περιεργαστώ το άγιο κτίσμα.

Οι λεπτομέρειες που φανερώνονταν και δέσποζαν ως κεντρικό θέμα με εντυπωσίασαν.

Λες και τους δούλεψε χέρι ιερό με γλυφίδα και πένα καλλιγραφίας.

Το σμυρίδι ανακατωμένο με σκούρες πέτρες απλωμένο με ένα κοπίδι στις εγκοπές.

Η φύρα από μέταλλα πολύτιμα της Στεμνίτσας, απλώνονταν σε πέτρες που ρουφούσαν το υλικό και το ανάγλυφο έλαμπε στον ζωστήρα του ιερού.

Η εικονογραφία από τεχνίτη-καλλιτέχνη ζωγράφο κοσμημένη με το δώρο της απλότητας και της αφαίρεσης.

Ο Άγιος, «ο πρωτόκλητος» φιλοτεχνημένος με λιτές γραμμές καθοδηγούσε τον επισκέπτη στην μυσταγωγία.

Εξήλθα σαστισμένος.

Τι θεσπέσια αγιογραφία ήταν το σύνολο.

Ποιά χέρια ιερούργησαν το σεμνό κτίσμα…

«Οι πέτρες γιατρέ είναι ζωντανές, ανασαίνουν, για να έχουν ομορφάδα και υγεία τις ταιριάζω με χρώματα που φτιάχνουν κάτι σαν κύμα πότε του βορέα και πότε του νότου. Αυτό μελετάω»

«Έπειτα τις χαϊδεύω, σα να τους λέω σωπάτε, μη κλαίτε, καλά μ αφήκατε και σας πελέκησα, θυμιατό και ευωδιά θα μυρίσετε, σαν ένας πίνακας , καρφωμένος στο χώμα με νταβάνι ουρανί»

Τούτα μου είπε –σαν μικρός κορυδαλλός- και σφράγισε τις λέξεις με χαμόγελο πλατύ.

Αλήθεια έλεγε. Το εκκλησάκι Άγι-Αντρέας, φαινόταν σα να το γέννησε η γη, που σαν μάνα στοργική το αγκάλιαζε, ξεχωριστό μικρό παιδί.

Γέμισαν τα μάτια μου σταγόνες.

Από μικρός στο κάλλος και στον θάνατο είχα ευαισθησία. Και στις δυο περιπτώσεις γέμιζαν σα στέρνες από βροχή οι δυο μου κόγχες.

Ενθουσιάστηκα. Θυμήθηκα τις ραγισματιές που είχε το σπίτι μου στ’ Ανάπλι μετά από ένα μεγάλο σεισμό, περιφερειακά στην εξώθυρα.

Τον παρακάλεσα να με επισκεφτεί το ταχύτερον δυνατό.

Χάρηκε. Θα μου έστελνε τηλεγράφημα στ’ Ανάπλι.

Σφίξαμε τα χέρια και αποχωριστήκαμε προσωρινά.

Ανέβηκα στη ράχη του Ύπατου και γνέφοντας στον Νικήτα, απομακρυνθήκαμε με κατεύθυνση την κούρμπα που οδηγεί στην Αργολίδα. Η μέρα της Άνοιξης, την προχωρημένη απογευματινή ώρα είχε αποσύρει την γλυκάδα με το στανιό και βάλθηκε να φιάξει το καλπάζον νυχτερινό τοπίο. Κάποια σύννεφα με θορύβησαν και πίεσα τον Ύπατο να βιαστεί λιγάκι.

Εκείνη η μέρα έληξε με γλυκό δαμάσκηνο στην παραλία. Ψιλόβρεχε. Αλλά προτίμησα να πλανευτώ από του Αργολικού το όμορφο λίκνισμα. Δαμάσκηνο και ταγκό από τις βάρκες δεμένες στη σειρά στο λιμάνι μέσα στ’ Ανάπλι.

Ακολούθησε το θέρος που εκείνη τη χρονιά έτυχε να είναι ήπιο- με πολλές δροσιές -και οι άρρωστοι αρκετά μειωμένοι.

Τις χρονιές που τα περιστατικά ήταν λίγα λυτρωνόμουν, από την τραγική μου ανάμνηση.

Στις δύσκολες αρρώστιες γινόμουν μέσα μου γκρεμνός. Έβανα ότι δυνατά είχα να μπορέσω να παραβγώ με το θανατικό, που πολλές φορές γυρνοβόλαγε ως δαίμων στην κεφαλή του ασθενή μου.

Στην ίαση το τοπίο άλλαζε. Θαρρείς κι ο κόσμος όλος κρεμόταν από τα αδύναμα χέρια του δικού μου αρρώστου.

Η θάλασσα εγνώριζε όλα τα μυστικά μου. Λες και είχε διώρυγα με τα σπλαχνικά μου.

Η μάνα μου. Ο πρώτος μου ασθενής. Η μάνα μου με τύφο. Κι εγώ γιατρός ετών 26.Την τύλιξα το πρωί με τον χιονιά στ’ Αρκαδικά Βουνά, τις έδωσα τα αντιπυρετικά, άναψα τη σομπίτσα και την επαρακάλεσα να μη σαλέψει. Την μεσημβρία θα επέστρεφα-της μήνυσα-

Από το πορτί το γιόμα έλιωνε σα δηλητήριο.

Ταράχτηκα. Ο πάγος έσπαζε στα σκαλοπάτια από την ορμή μου.

Η μάνα μου, ήτο νεκρή. Άπλωσε τα ρούχα. Ξέχασε να μου το πει. Χούμηξε βοριάς και σάρωσε την ασθενική καρδιά.

Ο μικρός Κόλιας –ο αδελφός μου-ετών 6, σπαρταρούσε.

Η μάνα 48, νιά γυναίκα αγαθή και με στέρνο μες την υπομονή.

Θε μου σχώρα με.

Από τότε οι ασθενείς μου έγιναν της μάνας μου παιδιά κι εγώ αυτός που έχει χρέος να τα προστατέψει.

Την μάνα μου δεν τη λησμόνησα ούτε μια ημέρα.

Το καλοκαίρι έδωκεν το τέλος του, αρχές Σεπτέμβρη, με βροχούλα επίμονη.

Τη μέρα της μεγάλης βροχής επέστρεφε-η γυναίκα μου- με την βαρκούλα του Ψαρομένιου από την Καραθώνα.

Έτρεξα να την κατεβάσω. Το λευκό φορεματάκι κόλλησε στο λεπτό κορμί και εκείνη γελούσε και με ’λεγε τρελογιατρό που κρατούσα –στην μουσκεμένη προβλήτα- κουβέρτα και σάλι..!

Μία από τις επόμενες μέρες, στο γραφείο μου με περίμενε ένα τηλεγράφημα ωραίο.

«Προς ιατρόν κ Δημοσθένη ΕΝΤΑΥΘΑ stop»

«Την ερχόμενη Πέμπτη έρχομαι για την επισκευή περιμέτρου εξωθύρας stop»

«Θα κατέλθω με όνο και το μαστορόπουλο υιόν μου Φώτη stop»

«Υμέτερος μάστορας-Νικήτας»

Πανηγύρισα!

Με ‘πιασε πυρετός «προσμενικός» όπως το ‘λεγε ένας γέρων σε ορεινό χωριό.

Την παραμονή, την Τετάρτη δηλαδή, ετοίμασα όλα τα χρειώδη. Παρήγγειλα καινούριο πάγο, να κρατηθεί το νεράκι δροσερό, τα τυριά και ο οίνος από αμπελάκι Μαντινείας.

Χαράματα της Πέμπτης άκουσα τις οπλές από μακριά. Μικρή ομίχλη είχε κατεβεί εκείνη τη μέρα από το Παλαμήδι.

Ο μάστρο –Νικήτας ακόμη και έφιππος σκορπούσε διακριτικότητα σαν πάχνη.

Τον υποδέχτηκα εγκάρδια και εκείνος ανταπέδωσε σεμνό χαιρετισμό.

Ο μικρός Φώτης-γύρω στα 13-αμούστακο παλληκαράκι παράστεκε σε στάση προσοχής και ποδεμένος με φροντίδα από τα χέρια της μάνας του.

Στο σπίτι ανέβαινες με πολλές σκάλες.

Η εργασία θα γινόταν στην κυρία είσοδο στο δρόμο.

Έτρεξα για τα πρωινά. Άπλωσα ψωμιά και μαρμελάδες. Ήφερα για το μικρό κεκάκι και σοκολάτα.

Ο μάστορας μου ρίχνει μια ματιά και βρόντηξε απαλά

«Γιατρέ, εδώ είναι το δικό μου χειρουργείο. Θα σε παρακαλέσω να σταθείς στο πλάι αν θες σιωπηλός παρατηρητής. Αλλιώς δεν θα το κάνω καλό. Και εσύ γιατρέ μου φτερακάς σαν πουλί παράξενο, κάνοντας παράσιτα στα ερτζιανά της πέτρας και του λίθου. Να με συμπαθάς γιατρέ», είπε, και κατέβασε την κεφαλή.

Σωστά μου τά ‘ψαλλε.

Τόση χαρά κι εγώ να μην την περιορίζω!

Από κείνη τη στιγμή μέχρι το τέλος και την αναχώρηση του μάστρο-Νικήτα ακολούθησα πιστά τον δικό του τρόπο και τον ιδιαίτερο ρυθμό.

Φόρεσα ένα μαντήλι ριγωτό φτιάχνοντας 4 χοντρούς κόμπους και το σφήνωσα στη κεφαλή μου. Αντικατέστησα το σακάκι μου με μια λευκή ιατρική ρόμπα που την είχα σε αχρησία. Ήφερα το μικρό σκαμνί που κουβαλούσα στη προβλήτα για το ψάρεμα της Κυριακής με καλάμι, και κάθησα παράμερα με δέος μαθητικό!

Ο μάστορας διέκρινε ψηλαφώντας τις ρωγμές της κάθε πέτρας. Εντύπωση μου έκανε που με τον δείκτη ψηλαφούσε και ακούμπαγε το αυτί πάνω στη ρωγμή κτυπώντας τον λίθο όπως έκανα εγώ στον ασθενή.

Μαζί με τον Φωτάκο αρχίνισαν την εργασία.

Ευθύς σκόρπισε το κελάηδημα της πέτρας σε όλο τα Ανάπλι.

Τικ-τικ-τικ και μετά τακ-τακ-τακ.

Λες και ένα πουλί με το ράμφος ράμφιζε τον τοίχο.

Ο κτύπος έκανε έναν μικρό αντίλαλο και αντηχούσε στις γειτονικές λίθινες κατασκευές.

Τι ομορφιά!

Τα μαστόρικα χέρια πελεκούσαν τις φρεσκοφερμένες πέτρες υπολογίζοντας με ακρίβεια τα χιλιοστά.

Ο Νικήτας αμίλητος μεγαλουργούσε!

Που και που τραβιόταν προς τα πίσω –στη δική μου θέση- και εξηγούσε:

«Βλέπεις γιατρέ τη ρωγμή την επούλωσα. Θα της μιλήσω λίγο. Μη χωρατέψεις και μη περιγελάσεις. Η πέτρα είναι ζωντανή. Να το ξέρεις. Αν πλησιάσεις τ’ αυτί σου ίσως ακούσεις την ανάσα της… Εμείς την ακούμε και συνομιλούμε… »

Στην συνέχεια ο μάστορας άπλωσε στη μέση του δρόμου έναν μουσαμά, παρέα με τον Φωτάκο, σφούγγιξαν, την σκόνη και ήρχισαν να απλώνουν τις πέτρες μια –μια.

Τά ‘χασα… , η διαδικασία μου θύμισε χειρουργείο.

Στην επί δαπέδου έκθεση, προστέθηκαν και τρείς κεφαλές γυναικείες εμπνευσμένες από τις κόρες του Ασκληπιού.

Ο Νικήτας ξεχώρισε την Υγεία. Θα προσαρμοζόταν ως παρένθετο στοιχείο στην ρηγμάτωση του τοίχου.

Οι μορφές –μικρές μαρμάρινες-είχαν πελεκηθεί από τον ίδιο τον Νικήτα με περισσή τέχνη.

Ο θαυμασμός, έφερε μέσα μου ένα θάμπος και μεγάλο σεβασμό για τα ιερά χέρια.

Έπειτα ο μάστορας, αφού έκανε τη σύνθεση, λες και κρατούσε μικρό λεπιδάκι, λες και με γλυφίδα ως ένα όργανο καλλιγραφίας φιλοτέχνησε την κάθε πέτρα που θα έσμιγε με τις ακέραιες στον τραυματισμένο τοίχο.

Ο ήχος του σκαλίσματος ήταν ανεπαίσθητος και μπερδευόταν με το απομεσήμερο του Αργολικού και της πετρόχτιστης πόλης.

Μου εφάνη, σα να παράστεκαν οι πλαϊνές ευρύχωρες κατοικίες στο έργο της επούλωσης της τραυματισμένης συντρόφου.

Ένα παζλ μνήμης απλωμένο στην κάτοψη ολάκερης της πόλης.

Η ώρα είχε προχωρήσει και ο Νικήτας μόνο νερό έπινε, αρνούμενος να γευματίσει πριν περαιώσει το έργο.

Και έγινε έτσι, όπως το θέλησε.

Η ώρα της ανακοίνωσης από τον ίδιο ότι

«ο τοίχος γιατρέ, γιατρεύτηκε» σκόρπισε χαρά και θαυμασμό μαζί με ανακούφιση!

Ο μάστορας πλησίασε και ασπάστηκε την Υγεία που κοσμούσε μια μικρή ρωγμούλα. Οι πέτρες την είχαν περικυκλώσει, σα να ήταν Επιδαύριος αρχαίος χορός.

Η επιδιόρθωση από μόνη της ήταν έργο τέχνης.

Φώναξα από χαρά και σήμανα την ώρα του γεύματος.

Στήσαμε τράπεζα με πρόχειρες σανίδες στη μέση του δρόμου.

Το ρολόι της πόλης σήμανε 5. Μας φάνηκε ότι κτύπησε για την μικρή κεφαλή της Υγείας και για τον Φωτάκο που έτρεξε να το δει από κοντά.

Ο Νικήτας βάλθηκε να καθαρίσει τα εργαλεία ένα –ένα με επιμέλεια και προσοχή. Τα τύλιξε και τα έδεσε στην καλαθούνα του τετράποδου κουβαλητή.

Καθίσαμε στο τραπέζι και με τη συντροφιά της γυναίκας μου να απολαύσουμε το έργο τελειωμένο αλλά και να πιούμε στη χαρά της φιλίας μας.

Ο μάστορας, παρά τον μεγάλο κόπο, γευμάτιζε λιτά και απαλά με τρόπο που με ξάφνιαζε.

Τον κοίταξα καλά –καλά και αφού τον επαίνεσα για το καλό έργο, του είπα:

«Ρε Νικήτα. Πιότερο παππάς μου κάνεις, καλλιτέχνης άγιος και ιερουργός, παρά πετράς».

Ο μάστορας απίθωσε το πηγούνι στο λιγνό λαιμό του και δεν έδωκε συνέχεια στη κουβέντα.

Αποφάγαμε και ευφρανθήκαμε καλοσυνάτη ηρεμία.

Αποφασίσαμε να περπατήσουμε παρέα στο λιμάνι πριν αποχωριστούμε.

Ο Αργολικός τουρτούριζε και κατσάρωσε τα μεταξωτά του κρέπια.

Αυτή η θάλασσα της μοραΐτικης γης λες και δημιουργήθηκε για να βυθίζονται, στον θερμό της πάτο, τα τραύματα των ανθρώπων, ναυαγισμένα θραύσματα.

Ο Νικήτας πήρε τον λόγο…

«Ναι είμαι κάτι σαν ιερέας γιατρέ. Όλοι οι πετράδες τέτοια φτιάξη έχουμε. Αν την πέτρα δεν την ευλογήσουμε αυτή το νιώθει και αντιστέκεται.

Ένα παράξενο ασκηταριό είμαστε. Ο κάματος γίνεται αγιαστούρα. Όμως έχουμε ανταπόδοση και χαρές. Βλέπουμε τα έργα και γιομίζουμε την ψυχή μας καλοσύνη. Λίγο το ‘χεις;

Κοιτάζουμε κρυφά τους πατριώτες μας που καμαρώνουν. Λίγο το ‘χεις;

Για να βρούμε λύσεις, προσευχόμαστε στη τέχνη. Είναι κι αυτό μεγάλο πράγμα.

Το καταφέρνει όποιος κρατεί μέσα του το παιδί ζωντανό.

Όταν ορφάνεψα και από τους δυο γονείς ήμουν 10 χρονώ παιδάκι.

Μαστόροι Λαγκαδινοί με δίδαξαν πως μια πέτρα γίνεται.

Αυτοί μου έδειξαν τον δρόμο της ευθύνης και την αρετή του μόχθου.

Κάποτες, όταν ο Φωτάκος ήταν μωρό στη κούνια, παρέδωσα ένα τοίχο πέτρινο και μετά πήρα το δρόμο της επιστροφής. Εκεί με βρήκε πυρετός μεγάλος. Χώθηκα ανήμπορος σε μια ψευτοπαράγκα ανοικτή. Ψενόμουνα γιατρέ πολλές μέρες κατάμονος. Οι δικοί μου με έψαχναν αλλά κατά κει δε μπόραγαν να έρθουν.

Έχωνα τα χέρια στον παλιό μουσκεμένο με υγρασία τοίχο του γκρεμίσματος και δροσιζόμουνα.

Τον ένιωσα το θάνατο.

Σα ριπή, σαν αστραπή.

Κύριε ελέησον τον δούλο σου.

Κύριε ελέησον με.

Ξάφνου, βάρεσε η φύση σιωπητήριο. Λίγο πριν χαράξει. Ο πυρετός γκρεμίστηκε. Το σώμα μου δυνάμωσε. Τα πόδια μου με κρατούσαν. Μπορούσα να φύγω.

Σα να μην πέρασε από μέσα μου, όλο αυτό το κακό.

Βγήκα με λαχτάρα να πάω σπίτι μου. Να αγκαλιάσω τους δικούς μου. Να χαϊδέψω την κούνια του Φωτάκου μου.

Μνήσθητι μου Κύριε!

Σώθηκα!

Η πέτρα σφήνωσε σαν άγια τράπεζα εντός μου, οι μαστόροι έγιναν γονείς και αδέλφια μου.

Η φτωχική και δύσκολη ζωή μου μεταμορφώθηκε σε διαρκές εργαστήριο τέχνης δημιουργίας και άμιλλας.»

Αυτά μου εμπιστεύτηκε και σφίξαμε

τα χέρια.

«Γιατρέ χαίρε. Μεγάλη η χαρά μου, που μαστορέψαμε εγώ και ο γιός μου το σπιτικό σου».

Αγκαλιαστήκαμε για τον αποχαιρετισμό.

Εγώ όμως έκλαια από πάντα μου εύκολα αλλά το έκρυβα.

Έβγαλα τον ψεύτικο ξερόβηχα καμουφλάζ, και τον παρακάλεσα να φύγει διότι τάχα θα περπατούσα.

Ο Μάστορας –Νικήτας απεχώρησε.

Ο Αργολικός και εγώ μείναμε να κάνουμε παρέα.

Η ανατριχίλα της θάλασσας ήταν ηπιότερη.

Με πλημμύρισε ανείπωτη ευδαιμονία.

Ξάφνου μέσα μου μια στέρνα με διάφανο νερό ήρθε να δροσίσει τους ανήμπορους ολάκερης της οικουμένης.

Τι θαύμα ατελείωτο η συνάντηση με τον άνθρωπο.

Χωρίς αυτό μάλλον θα είχα εγκαίρως αποδημήσει ή δεν θα είχα θελήσει να γίνω ένας γιατρός.

Εν Ναυπλίω 1930".

10 χρόνια πριν ο κόσμος χάσει την αθωότητά του.

(Η φωτογραφία είναι έφιππου γιατρού από το Λιδωρίκι και προέρχεται από την ιστοσελίδα lidoriki.com)

About the Author

Άννα Στάικου

Άννα Στάικου

Η Αννα Στάικου, γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Δικηγόρησε 7 έτη και στη συνέχεια εστράφη σε επαγγέλματα τέχνης. Γράφει από παιδί και σήμερα είναι συνεργάτης εντύπων.

Άνθη της Πέτρας

newlogo23Μη κερδοσκοπικό Σωματείο
«Φίλοι Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής -
ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ»
Διεύθυνση:
28ης Οκτωβρίου 55
Νέα Πεντέλη Τ.Κ. 15236

 

Ακολούθησέ μας

Facebook
Twitter
YouTube
Googleplus

 

Newsletter