Μαν' Ελένη

Μαν' Ελένη

 

Ο Peter Jeffreys (Παναγιώτης Τσαφαράς), Ελληνοαμερικανός τέταρτης γενιάς, μας έκανε την τιμή να μας παραχωρήσει για ανάρτηση στην ιστοσελίδα μας το ποίημά του, ύμνο στη Λαγκαδινή γυναίκα/μάνα του 19ου αιώνα,την προγιαγιά του Μαν’Ελένη. Η Ελένη, σύζυγος Παναγιώτη Τσαφαρά (γένος Πλουμπίδη), είναι μια χαρακτηριστική γυναίκα/μάνα που βιώνει τη σκληρή ζωή της λαγκαδινής μαστορικής οικογένειας της εποχής εκείνης. Απο τα πρώτα της βήματα μπολιάζεται με τη θέληση, τη δύναμη, τις γνώσεις και ικανότητες που απαιτούνται για έναν συνεχή αγώνα επιβίωσης της λαγκαδινής γυναίκας που είναι επιφορτισμένη με όλες τις δουλειές, στο σπίτι, το χωράφι, το μεγάλωμα των παιδιών. Μια ζωή αναμφισβήτητα δυσβάστακτη για όλη την οικογένεια που, λόγω και των δεινών οικονομικών της χώρας μας την περίοδο 1890-1920, αναγκάζει εκατοντάδες Λαγκαδινούς να μεταναστεύσουν, κυρίως στην Αμερική. Το ποίημα του Peter Jeffreys, σε μετάφραση του λογοτέχνη Γιάννη Πάτση, αποδίδει με εξαιρετικό τρόπο τον αγώνα που η Μαν’Ελένη δίνει στη νέα της πατρίδα, το Λόουελ της Μασσαχουσέτης, αξιοποιώντας τις γνώσεις και εμπειρίες που έφερε μαζί της. Περιγράφει με τον ωραίο ποιητικό του λόγο πως οι καταβολές της απο ένα μαστοροχώρι την βοηθάνε να αποκτήσει το δικό της σπίτι και πως οι γνώσεις της «πρακτικής θεραπεύτριας /μαμής» την οδηγούν στο να δραστηριοποιηθεί «επαγγελματικά» ως θεραπεύτρια, προκειμένου να επιβιώσει.

Λίγα λόγια για τον ποιητή:

Ο Peter Jeffreys (Παναγιώτης Τσαφαράς) είναι αναπληρωτής καθηγητής αγγλικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Suffolk της Βοστώνης, με πτυχία απο το Hellenic College (BA), το Boston College (MA), και το University of Toronto (PhD). Εχει εκδόσει τα εξής βιβλία: Eastern Questions: Hellenism and Orientalism in the Writings of E.M. Forster and C.P. Cavafy (ELT Press, 2005); The Forster–Cavafy Letters: Friends at a Slight Angle (American University of Cairo Press, 2009); E.M. Forster-Κ. Π. Καβάφης Αλληλογραφία: Φίλοι σε Ελαφρήν Απόκλιση (Ikaros Press, 2013); Reframing Decadence: C.P. Cavafy’s Imaginary Portraits (Cornell University Press, 2015); Η Αναπαλαισίωση της Παρακμής: Τα Ιδανικά Πορτραίτα του Κ.Π.Καβάφη (Crete University Press, 2018). Το έτος 2012 έλαβε το Κρατικό Βραβείο Απόδοσης Έργου Ελληνικής Λογοτεχνίας σε Ξένη Γλώσσα για το έργο του Selected Prose Works of C.P. Cavafy (University of Michigan Press, 2010). Ετοιμάζει μία βιογραφία του Καβάφη

 

Συμφωνία σε Μαύρο και Γκρι

                              Μετά από Whistler

Μαν’Ελένη, Μάνα, Μαμή, Μάμμη

Μαυροντυμένη καταθλιπτική μαμή,

θρησκο-θεραπεύτρια με άγγιγμα που φέρνει υγεία,

η μεγάλη προ-γιαγιά μου Μαν’Ελένη

πήγε και αγόρασε ένα σπίτι,

πράγμα ανήκουστο σε εκείνους τους καιρούς

για μια γυναίκα μετανάστρια.

Πληρώνοντας τοις μετρητοίς, όχι παζάρια,

θυσία, κόπος, μόχθος, έργα χειρών.

Κόσμημα επιβλητικό το σπίτι—

φανερά Βικτωριανό

με στοιχεία γοτθικού ρυθμού—

ψηλό και τρίπατο,

χτισμένο από ντόπιο ξύλο Νέας Αγγλίας,

στυλ αρκετά επιδεικτικό

για μια πόλη των μύλων—

«ψηλό-βικτωριανό ιταλιάνικο»–

αρχιτεκτονική αλλόκοτη και ανοίκεια.

Όμως η Μάν’Ελένη γνώριζε από σπίτια.

Γεννημένη σε μια κωμόπολη αρχιμαστόρων—

Λαγκάδια—αγκαλιά με βουνά ζυμωμένα με μύθους,

τόπος όπου εκείνη έζησε παιδούλα μα και νύφη,

ονομαστός για τους περιπλανώμενους χτιστάδες,

άντρες που έχτισαν πόλεις και πλατείες,

στην λεύτερη ξανά Ελλάδα,

μια πατρίδα που εκείνη δεν ξανάδε.

Πίσω τώρα εκεί,

ενώ οι χτίστες περιφέρανε την μαστοριά τους,

εκείνη ξεκίνησε να ακονίζει την δική της τέχνη,

αυτοδίδαχτη στην πρακτική θεραπεία,

κτενίζοντας κοιλάδες, χωράφια και βουνά

για σπάνια βότανα και λουλούδια.

Παμπάλαιες θεραπευτικές συνταγές

για στερεοποίηση οστών, χρήσιμες αλοιφές,

κάνοντας με μαντήλια μυστικά δεσίματα,

παίρνοντας αίμα με καυτή βεντούζα,

με μαγικά φυλακτά, μουρμουρίζοντας προσευχές,

προφέροντας συλλαβισμούς απ’ την Αγία Γραφή,

 για να ξορκίσει «το διαβολικό μάτι»

—τον βάσκανο οφθαλμό.

                                                ΙΙ

Εξαίρετη σε αυτές τις μυστηριώδεις δεξιότητες,

τόσο καλή, πραγματικά, να θεραπεύει,

σ΄εκείνα τα ανθυγιεινά φτωχόσπιτα του Λόουελ,

πλήθος μεταναστών να αναζητούν

την μαγική γιατρειά της.

Λόουελ–πόλη των μύλων και εργοστασίων—

όπου όνειρα από βαμβάκι ξεχύθηκαν εκτός ελέγχου,

υφαίνοντας εφιάλτες,

όπου βιομηχανία και κίνδυνος

συναγωνίζονταν για του κορμιού σου τα κομμάτια

(στο βυρσοδεψείο κόπηκε του άντρα της το πόδι).

Λόουελ– στις όχθες του ποταμού Merrimack

όπου η Ελένη εγκαταστάθηκε

περνώντας πρώτα απ’ τη διαδικασία του Ellis Island.

«Βενετία της Αμερικής»,

πόλη των καναλιών, όπου πολλοί

επί των γρανιτένιων των πλευρών

 «εκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν

ἐν τῷ μνησθῆναι» μιας χαμένης Σιών.

Αμερική, Αμερική . . .

τούβλα, οδοντωτοί τροχοί, μαυρισμένοι καπνοδόχοι,

αργαλειός για μελλοντικά όνειρα

και υφάδι για αναπόφευκτες ματαιώσεις.

Δοσμένη εκεί στα θεραπευτικά της προσόντα,

και μ΄ ένα μάτσο ενθουσιασμό,

της Μαν’Ελένης οι κοφτές βεντούζες

πολύ γρήγορα γέννησαν βεντέτες.

Οι τοπικοί γιατροί—οξύθυμοι Ιρλανδοί—

Ιπποκρατικοί και υποκριτές,

παραφύλαξαν, την γράπωσαν, την βάλαν φυλακή.

Δίχως άδεια, αλλά πλήρης τόλμη,

γονίδια που συνδέουν τα χέρια της

με την αισχρή Βαυβώ—της θεάς Δήμητρας την επιδέξια τροφό–

που με μια χειρονομία έφερε πάλι την άνοιξη.

Αρχαίο DNA:

Αγαμίδη, Αγνοδίκη,

Υγεία, Πανάκεια,

Ελένη της Τροίας, Μήδεια, Κίρκη,

η Παρθένος Μαρία Παναγία.

                                                III

Η Μαν’Ελένη–το γένος Πλουμπίδη –

το πατρικό της όνομα ανακαλεί «plumes»,

φτερά που μας πισωγυρίζουν κάπου στην Μικρά Ασία,

μια μαία με αυστηρή στολή:

μαύρο κρινολίνο,

ρολόι τσέπης,

σταυρός λιτός, χρυσός.

Πάντοτε ντυμένη στα μαύρα,

αλήθεια, τι πενθούσε;

Τις χαμένες κοιλάδες, τις λίμνες, τα βουνά;

Αιχμάλωτη στις παλιές φωτογραφίες,

προβάλλει από μακριά

(ακόμη και καθιστή )

αγέλαστη, ακριβώς όπως μια άλλη μάνα

κάμποσα τετράγωνα μακριά, σ’ εκείνο που τώρα λέγεται

The Acre—η ελληνική συνοικία,

μια πόλη πακεταρισμένη σαράντα χιλιάδες Έλληνες:

η γνωστή Anna Whistler—ομοίως με σκούρα πένθιμα ενδύματα—

απαθανατισμένη από τον επιτήδειο γιό της 

σε εκείνη την μοναδική ζωγραφιά,

«Συμφωνία σε Γκρι και Μαύρο».

Ο James Whistler, ο μισών το Λόουελ

του οποίου το σπίτι στην Οδό Worthen

αποδείχτηκε ανάξιο του,

ένας δανδής γεννημένος στο Λόουελ,

όχι από επιλογή, αλλά μόνο και μόνο

«για να είμαι κοντά στη μάνα μου».

Στο ημερήσιο ελληνικό σχολείο,

στα διαλείμματα όταν ξεσπάγαμε,

πετροβολώντας το πλαϊνό γκρι σπίτι

(του Whistler το σπίτι, τώρα Μουσείο Τέχνης)

μερικές φορές σημαδεύαμε απάνθρωπα

την άστεγη γυναίκα που κατέφευγε στις σκάλες,

η «Depot Annie—Άννα του σταθμού»,

μια μαυροντυμένη στρίγγλα

που δεν πόζαρε για κανέναν.

Το ονειρεμένο σπίτι της Ελένης:

καταφύγιο για εννέα εγγόνια,

αμέτρητα ξαδέρφια, συγγενείς, συμπατριώτες,

επισκόπους, δασκάλες του πιάνου,

και ευκαιριακούς απατεώνες.

Είδε ακόμη έξι εγγόνια που έλειπαν στον πόλεμο,

Purple Hearts αντικατέστησαν σπασμένες καρδιές.

Πάλιωνε, έτριζε,

έγερνε, λικνίζονταν,

κουβαλούσε ήδη τέσσερεις γενιές

στα σπασμένα ξύλινα δοκάρια.

                                    IV

Μερικούς μήνες πριν το σπίτι πάει για πώληση

κατά τύχη βρήκα μια παλιά λάμπα

ανάμεσα στο απέραντα ερειπωμένο κελάρι,

εντελώς βικτωριανής εποχής.

Το καπέλο μεταξωτό, δαντελωτό,

με κρόσσια, διακοσμημένο,

καλυμμένο απελπιστικά με βρώμα.

Η ζωγραφισμένη βάση—ένα κινέζικο βάζο–

με το που καθαρίστηκε

αποκάλυψε ένα ζευγάρι παγώνια

πλουμιστά χρυσωμένα,

πολύ όμορφα και λίαν Whistleresque,

εμπνευσμένα μάλλον από την φημισμένη

Peacock Room”—«Αίθουσα των Παγωνιών»

του μεγαλύτερου της πόλης ζωγράφου.

Ποιος διάλεξε τούτη την πολυτελή λάμπα

και πως έφτασε στη χάρη του σπιτιού της Μαν’Ελένης;

Ίσως μια προτίμηση για Chinoiserie;

Μια καλή ευκαιρία στα μαγαζιά της πόλης;

Λαχτάρα για φτέρωμα παγωνιών σ’ έναν τόπο   

που τoύ λείπει τραγικά

η αίσθηση της ομορφιάς;

Φτερά πουλιών, χρυσοποίκιλτα συμπλέγματα,

του Whistler τα περιβόητα σχεδιάσματα—

στολίδια της τότε μόδας.

Αλληλουχίες καλλιτεχνικές και μητρικές . . .

Της Μαν’Ελένης το σπίτι δεν υπάρχει πια.

Οι καινούργιοι ιδιοκτήτες, αμελείς,

αποδείχτηκαν καταστροφικοί.

Στάχτη, καμένοι δοκοί,

σκελετός που δεν μπορεί να διορθωθεί,

κιγκλιδώματα όπου κάναμε τσουλήθρα

σαν ήμασταν παιδιά, 

τώρα μαύρα κάρβουνα και σπασμένα κουφώματα,

γερμένες βεράντες, ερείπια πέραν πάσης επισκευής,

ένα σπίτι εύφλεκτο από μόνο του.

Το βλέπαμε να καίγεται «μέχρι παθήσεως».

Μόνο όμως το ξύλο τροφοδοτούσε

τη λυσσαλέα, την επίμονη φωτιά;

Μιλώντας μέσα από τις γλώσσες της φωτιάς

η Ελένη έριξε τα τελευταία της μάγια

και κατέκτησε το σπίτι της ξανά.

Όρθιο τίποτα, άδειο οικόπεδο,

καμιά περίπτωση για άλλη ζημιά,

το σπίτι σου, αγαπητή Μαν’Ελένη,

κατεδαφίστηκε. 

Απαθανατισμένο, μάς αγναντεύει ακόμη

μέσα από τις φωτογραφικές αποχρώσεις

του μαύρου και γκρι,

όπως το δικό σου πύρινο βλέμμα.

                                    Παναγιώτης Τσαφαράς\Peter Jeffreys ©2017

                                    Μετάφραση: Γιάννης Πάτσης 

 

Φωτογραφία 1. Ελένη Τσαφαρά, Γιωργία (κόρη) και Αγγέλω (νύφη)

Φωτογραφία 2. Το Σπίτι της Μαν’Ελένης 

About the Author

Peter Jeffreys

Peter Jeffreys

Αναπλ. Καθηγητής Αγγλικής Λογοτεχνίας Παν/μίου Suffolk, Βοστώνη, ΗΠΑ

Άνθη της Πέτρας

newlogo23Μη κερδοσκοπικό Σωματείο
«Φίλοι Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής -
ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ»
Διεύθυνση:
28ης Οκτωβρίου 55
Νέα Πεντέλη Τ.Κ. 15236

 

Ακολούθησέ μας

Facebook
Twitter
YouTube
Googleplus

 

Newsletter